Μια Επίσκεψη που Άλλαξε τα Πάντα: Πώς Μπορεί μια Κόρη να Εγκαταλείψει τη Μητέρα της;
«Παναγιώτα, μπορείς να μου φέρεις λίγο νερό;» Η φωνή της κυρίας Ελένης ακούστηκε αδύναμη, αλλά είχε μέσα της μια ζεστασιά που σπάνια συναντάς. Ήταν η τρίτη μέρα που τη φρόντιζα στο θάλαμο του νοσοκομείου. Μικροκαμωμένη, με γκρίζα μαλλιά πιασμένα σε κότσο και μάτια που έλαμπαν από ζωντάνια, παρά την ηλικία της. Την πρώτη εβδομάδα όλα κυλούσαν ήρεμα. Η κυρία Ελένη αστειευόταν με το προσωπικό, μας έλεγε ιστορίες από τα παλιά, για τα χρόνια που μεγάλωσε στη Σαλαμίνα, για τον άντρα της που έχασε νωρίς, για τη μοναχοκόρη της, τη Μαρία.
«Η Μαρία μου είναι το στήριγμά μου», μου έλεγε κάθε τόσο. «Δουλεύει πολύ, αλλά πάντα βρίσκει χρόνο να με πάρει ένα τηλέφωνο.»
Όμως, όσο περνούσαν οι μέρες, άρχισα να παρατηρώ κάτι περίεργο. Κανείς δεν την επισκεπτόταν. Οι άλλοι ασθενείς είχαν συγγενείς και φίλους να τους φέρνουν φρούτα, γλυκά, να τους κρατούν συντροφιά. Η κυρία Ελένη κοιτούσε κάθε απόγευμα προς την πόρτα με μια ελπίδα στα μάτια. Κάθε φορά που άνοιγε η πόρτα, ανασηκωνόταν στο κρεβάτι της, μόνο για να απογοητευτεί ξανά.
Ένα βράδυ, καθώς τακτοποιούσα τα φάρμακά της, τη βρήκα να κλαίει σιωπηλά. «Συγγνώμη, Παναγιώτα μου… Δεν ήθελα να με δεις έτσι.» Κάθισα δίπλα της και της έπιασα το χέρι. «Τι συμβαίνει;» τη ρώτησα απαλά.
«Η Μαρία… Δεν έχει έρθει ούτε μια φορά. Ούτε ένα τηλεφώνημα. Μήπως έπαθε κάτι;»
Προσπάθησα να την καθησυχάσω, αλλά μέσα μου γεννήθηκε μια απορία. Πώς γίνεται μια κόρη να μην επισκέπτεται τη μητέρα της στο νοσοκομείο;
Την επόμενη μέρα, αποφάσισα να πάρω πρωτοβουλία. Βρήκα το τηλέφωνο της Μαρίας στον φάκελο της ασθενούς και κάλεσα. Η φωνή στην άλλη άκρη ήταν ψυχρή.
«Ναι;»
«Καλησπέρα σας, είμαι η Παναγιώτα, νοσηλεύτρια στο νοσοκομείο. Η μητέρα σας είναι εδώ και…»
Με διέκοψε απότομα: «Ξέρω πολύ καλά πού είναι η μητέρα μου. Δεν μπορώ να έρθω. Έχω δουλειά.»
«Η κυρία Ελένη ανησυχεί πολύ για εσάς…»
«Δεν μπορώ να μιλήσω άλλο. Καλή σας μέρα.» Και το τηλέφωνο έκλεισε.
Έμεινα να κοιτάζω το ακουστικό με απορία και θυμό. Πώς γίνεται; Τι μπορεί να έχει συμβεί ανάμεσά τους;
Το ίδιο βράδυ, η κυρία Ελένη με ρώτησε ξανά: «Μήπως πήρες τη Μαρία;»
Δεν ήξερα τι να της πω. Της χαμογέλασα αμήχανα και άλλαξα θέμα.
Οι μέρες περνούσαν και η υγεία της κυρίας Ελένης βελτιωνόταν σωματικά, αλλά ψυχολογικά χειροτέρευε. Έβλεπα στα μάτια της μια θλίψη που δεν μπορούσε να κρυφτεί πίσω από τα αστεία και τις ιστορίες της.
Μια μέρα μπήκε στο θάλαμο ένας άντρας γύρω στα πενήντα. Ήταν ο κύριος Γιώργος, παλιός γείτονας της κυρίας Ελένης. Της έφερε λουλούδια και κάθισε δίπλα της.
«Ελένη μου, πώς είσαι;»
«Γιώργο μου! Πόσο χαίρομαι που σε βλέπω!»
Τον αγκάλιασε με δάκρυα στα μάτια.
Ο κύριος Γιώργος με πλησίασε αργότερα στον διάδρομο.
«Ξέρετε… Η Μαρία δεν έχει μιλήσει στη μητέρα της εδώ και μήνες. Μετά τον θάνατο του πατέρα της, τσακώθηκαν άσχημα για το σπίτι στη Σαλαμίνα. Η Μαρία ήθελε να το πουλήσει, η Ελένη όχι. Από τότε… χάθηκαν.»
Η καρδιά μου σφίχτηκε. Ένα σπίτι έγινε αιτία να διαλυθεί μια οικογένεια;
Το ίδιο βράδυ, η κυρία Ελένη μου άνοιξε την καρδιά της.
«Ξέρεις, Παναγιώτα μου… Όταν πέθανε ο άντρας μου, όλα άλλαξαν. Η Μαρία ήθελε να φύγει από την Ελλάδα, να πάει στην Αγγλία με τον άντρα της. Της είπα πως δεν μπορώ να αφήσω το σπίτι μας στη Σαλαμίνα – εκεί μεγάλωσε ο πατέρας της, εκεί γεννήθηκε κι εκείνος κι εγώ… Δεν μπορούσα να το δώσω έτσι απλά.»
Έκλαιγε σιωπηλά.
«Η Μαρία θύμωσε πολύ. Μου είπε λόγια βαριά… Από τότε δεν ξαναμιλήσαμε κανονικά.»
Την κράτησα αγκαλιά όσο έκλαιγε.
Τις επόμενες μέρες προσπάθησα ξανά να επικοινωνήσω με τη Μαρία. Αυτή τη φορά απάντησε πιο ήρεμα.
«Ξέρετε τι σημαίνει να μεγαλώνεις με μια μάνα που σε κρατάει πίσω; Όλη μου τη ζωή έπρεπε να κάνω ό,τι ήθελε εκείνη! Το σπίτι στη Σαλαμίνα είναι φυλακή για μένα!»
«Η μητέρα σας σας αγαπάει πολύ…»
«Αγάπη; Ή εγωισμός;»
Έκλεισε το τηλέφωνο.
Στο νοσοκομείο οι μέρες γίνονταν όλο και πιο βαριές. Η κυρία Ελένη έχανε το κουράγιο της. Μια μέρα δεν σηκώθηκε καν από το κρεβάτι.
«Δεν έχει νόημα πια…» μου είπε ψιθυριστά.
Εκείνο το βράδυ πήρα το θάρρος και κάλεσα ξανά τη Μαρία.
«Η μητέρα σας είναι πολύ άσχημα ψυχολογικά. Αν δεν έρθετε… φοβάμαι πως θα χειροτερέψει.»
Σιωπή στην άλλη άκρη.
«Θα προσπαθήσω», είπε τελικά.
Την επόμενη μέρα η Μαρία εμφανίστηκε στο νοσοκομείο. Ψηλή, καλοντυμένη, με βλέμμα σκληρό αλλά ταυτόχρονα φοβισμένο. Μπήκε στο θάλαμο διστακτικά.
Η κυρία Ελένη την κοίταξε σαν να μην πίστευε στα μάτια της.
«Μαρία μου…»
Η Μαρία στάθηκε στην πόρτα.
«Ήρθα γιατί με κάλεσαν από το νοσοκομείο.»
Η φωνή της ήταν ψυχρή.
Η κυρία Ελένη άπλωσε τα χέρια της.
«Σε παρακαλώ… Μην κρατάς άλλο θυμό μέσα σου.»
Η Μαρία δάκρυσε – για πρώτη φορά λύγισε μπροστά στη μητέρα της.
«Δεν αντέχω άλλο… Όλη μου τη ζωή προσπαθώ να σου αποδείξω ότι αξίζω κάτι παραπάνω από ένα σπίτι στη Σαλαμίνα!»
Η κυρία Ελένη σηκώθηκε όσο μπορούσε και την αγκάλιασε σφιχτά.
«Εσύ είσαι το σπίτι μου…»
Έκλαιγαν και οι δύο – κι εγώ μαζί τους.
Από εκείνη τη μέρα η Μαρία ερχόταν κάθε απόγευμα στο νοσοκομείο. Οι δυο τους μιλούσαν ώρες ολόκληρες – για τα παλιά, για τα λάθη τους, για όσα δεν ειπώθηκαν ποτέ.
Όταν πήρε εξιτήριο η κυρία Ελένη, τις αποχαιρέτησα συγκινημένη.
Σκέφτομαι ακόμα: Πόσο εύκολα μπορεί μια παρεξήγηση ή ένας εγωισμός να καταστρέψει όσα χτίζουμε μια ζωή; Πόσες οικογένειες στην Ελλάδα έχουν χαθεί έτσι;