«Δεν είμαι πια το παιδί σου;» – Μια Ελληνική Οικογένεια στη Σκιά του Αλκοολισμού
«Δεν είμαι πια το παιδί σου;» φώναξα μέσα μου, σφίγγοντας τα δόντια για να μην ακουστεί η φωνή μου έξω από το δωμάτιο. Από το σαλόνι, η φωνή του πατέρα μου διαπερνούσε τους τοίχους σαν μαχαίρι. «Μαρία! Πού είναι το ρημάδι το τηλεκοντρόλ; Πάλι τα χεις κάνει όλα άνω κάτω!» Η μητέρα μου, η Ελένη, απαντούσε χαμηλόφωνα, σχεδόν ικετευτικά: «Άσε το κορίτσι, Χρήστο, διάβαζε για το σχολείο…»
Κάθε βράδυ τα ίδια. Ο πατέρας μου, ο Χρήστος, κάποτε ήταν ο ήρωάς μου. Δούλευε σκληρά στο συνεργείο αυτοκινήτων στο Περιστέρι, πάντα με ένα χαμόγελο και μια ιστορία για τα παλιά. Τώρα, όμως, το πρόσωπό του ήταν μονίμως σκυθρωπό, τα μάτια του θολά από το ούζο και τα νεύρα του τεντωμένα σαν χορδή μπουζουκιού. Η μυρωδιά του αλκοόλ είχε γίνει το άρωμα του σπιτιού μας.
«Μαμά, δεν αντέχω άλλο…» της ψιθύρισα ένα βράδυ, όταν ήρθε να με καληνυχτίσει. Τα μάτια της ήταν κόκκινα, αλλά χαμογέλασε αδύναμα. «Θα περάσει, Μαρία μου. Όλα περνούν…» Μα εγώ δεν την πίστεψα.
Στο σχολείο προσπαθούσα να κρύψω την αλήθεια. Η φίλη μου η Σοφία με ρωτούσε συχνά: «Γιατί είσαι τόσο σκεφτική;» Έλεγα ψέματα: «Απλά κουράστηκα με τα μαθήματα.» Κανείς δεν ήξερε πως κάθε βράδυ έγραφα γράμματα στον εαυτό μου για να μην ξεχάσω ποια είμαι. Ένα από αυτά τα γράμματα το έδωσα στη φιλόλογό μας, την κυρία Παπαδοπούλου, για μια εργασία. Δεν περίμενα ποτέ ότι θα το διαβάσει μπροστά σε όλη την τάξη.
«Η Μαρία μας έγραψε κάτι πολύ δυνατό», είπε εκείνη με δάκρυα στα μάτια. Ένιωσα να καίγομαι από ντροπή και φόβο. Όταν τελείωσε η ανάγνωση, η τάξη ήταν σιωπηλή. Μόνο η Σοφία με κοίταξε με κατανόηση. Εκείνη τη μέρα, για πρώτη φορά, κάποιος ήξερε την αλήθεια μου.
Το σπίτι μας ήταν γεμάτο μυστικά. Η γιαγιά μου, η κυρία Κατερίνα, ερχόταν κάθε Κυριακή με ταπεράκια γεμάτα γεμιστά και κουλουράκια. «Μην τον παρεξηγείς τον πατέρα σου», μου έλεγε πάντα. «Η ζωή τον πίκρανε.» Μα εγώ ήθελα να ουρλιάξω: «Κι εμένα με πικραίνει!»
Ένα βράδυ, ο πατέρας γύρισε πιο μεθυσμένος από ποτέ. Έσπασε ένα ποτήρι στο πάτωμα και άρχισε να φωνάζει στη μαμά: «Όλα εσύ τα φταις! Αν δεν ήσουν εσύ…» Έτρεξα και μπήκα ανάμεσά τους. «Φτάνει! Δεν αντέχω άλλο!» Εκείνος με κοίταξε σαν να με έβλεπε πρώτη φορά. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. «Συγγνώμη, Μαρία… Δεν ξέρω τι κάνω.»
Την επόμενη μέρα δεν πήγα σχολείο. Έμεινα στο δωμάτιό μου και κοιτούσα το ταβάνι. Η μαμά μπήκε αθόρυβα και κάθισε δίπλα μου. «Θέλεις να φύγουμε;» με ρώτησε ξαφνικά. Την κοίταξα τρομαγμένη. «Πού να πάμε;»
«Στη θεία σου τη Δήμητρα στη Λάρισα. Να πάρουμε μια ανάσα.»
Δεν απάντησα. Ήξερα πως δεν θα το έκανε ποτέ στ’ αλήθεια. Η μαμά φοβόταν τον πατέρα όσο κι εγώ.
Τις επόμενες μέρες ο πατέρας προσπαθούσε να είναι ήρεμος. Μου έφερε ένα κουτί σοκολατάκια και είπε: «Για σένα, μικρή μου.» Ήθελα να τον αγκαλιάσω, αλλά κάτι μέσα μου είχε σπάσει.
Ένα απόγευμα, καθώς διάβαζα στο δωμάτιό μου, άκουσα τη μαμά να μιλάει στο τηλέφωνο ψιθυριστά: «Δεν αντέχω άλλο… Πρέπει να κάνει κάτι ο Χρήστος… Θα μας διαλύσει όλους.» Έκλεισε το τηλέφωνο και μπήκε στο δωμάτιό μου με μάτια πρησμένα.
«Μαρία, πρέπει να μιλήσουμε στον πατέρα σου όλοι μαζί», είπε αποφασιστικά.
Το ίδιο βράδυ καθίσαμε γύρω από το τραπέζι της κουζίνας. Ο πατέρας έπινε αμίλητος το κρασί του. Η μαμά ξεκίνησε: «Χρήστο, πρέπει να ζητήσεις βοήθεια.» Εκείνος γέλασε πικρά: «Δεν είμαι τρελός!»
«Δεν είσαι τρελός», του είπα εγώ ήρεμα. «Αλλά μας πονάς.»
Για πρώτη φορά δεν αντέδρασε με θυμό. Άφησε το ποτήρι κάτω και έσκυψε το κεφάλι.
Την επόμενη μέρα πήγε μόνος του στον γιατρό του ΙΚΑ στη γειτονιά μας. Γύρισε σπίτι αμίλητος και κλείστηκε στο δωμάτιό του. Το βράδυ ήρθε και κάθισε δίπλα μου στον καναπέ.
«Ξέρεις… φοβάμαι», μου είπε σιγανά.
«Κι εγώ φοβάμαι», του απάντησα.
Οι μέρες πέρασαν δύσκολα. Ο πατέρας έκανε προσπάθειες να σταματήσει το ποτό αλλά συχνά ξανακύλαγε. Η μαμά έψαχνε ομάδες υποστήριξης στην Αθήνα και εγώ διάβαζα για τις Πανελλήνιες προσπαθώντας να μη σκέφτομαι τι θα βρω όταν γυρίσω σπίτι.
Ένα βράδυ γύρισα και βρήκα τον πατέρα στην κουζίνα με ένα μπουκάλι μπροστά του – άδειο αυτή τη φορά. Έκλαιγε σαν μικρό παιδί.
«Συγγνώμη που σας κατέστρεψα», ψιθύρισε.
Τον αγκάλιασα σφιχτά χωρίς να πω λέξη.
Τώρα που γράφω αυτή την ιστορία για μια εργασία στο σχολείο – και ίσως τη διαβάσουν κι άλλοι – νιώθω πως δεν είμαι μόνη. Ίσως κάπου εκεί έξω κάποιος άλλος ζει κάτι παρόμοιο και φοβάται να μιλήσει.
Άραγε αξίζει να συγχωρούμε όσους μας πληγώνουν; Ή μήπως η αγάπη είναι πιο δυνατή από τον πόνο;