Γιατί δεν μπορώ να παντρευτώ στα 57 μου; Η κόρη μου με κατηγορεί ότι ο αρραβωνιαστικός μου είναι απατεώνας…
«Μάνα, δεν θα τον παντρευτείς! Δεν το καταλαβαίνεις; Σε κοροϊδεύει!»
Η φωνή της Ελένης αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, γεμάτη θυμό και απόγνωση. Στέκομαι μπροστά στο παράθυρο της κουζίνας, κοιτάζοντας το γκρίζο φως που μπαίνει δειλά από τα σύννεφα πάνω από την Αθήνα. Τα χέρια μου τρέμουν ελαφρά, όχι από το κρύο, αλλά από την ένταση που έχει φωλιάσει μέσα μου εδώ και βδομάδες.
«Ελένη, σε παρακαλώ, μην φωνάζεις. Δεν είμαι παιδί. Ξέρω τι κάνω», της απαντώ, προσπαθώντας να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. Εκείνη όμως δεν ακούει. Ποτέ δεν ακούει πια.
«Δεν ξέρεις τίποτα! Ο Νίκος σε πλησιάζει μόνο για τα λεφτά σου! Το είδες το μήνυμα που μου έστειλε η Μαρία; Ο ξάδερφός της τον ξέρει από παλιά, είχε μπλεξίματα με δάνεια και χρέη!»
Κλείνω τα μάτια. Η Μαρία, οι ξάδερφοι, οι φίλοι, όλοι έχουν γνώμη. Όλοι ξέρουν κάτι που εγώ δεν ξέρω. Μα εγώ ξέρω πώς με κοιτάζει ο Νίκος, πώς μου πιάνει το χέρι όταν περπατάμε στην παραλία της Βάρκιζας, πώς γελάει όταν του λέω ιστορίες από τα νιάτα μου. Ξέρω πώς νιώθω όταν είμαι μαζί του: ζωντανή, επιθυμητή, γυναίκα ξανά μετά από τόσα χρόνια μοναξιάς.
Η Ελένη φεύγει από το σπίτι χτυπώντας την πόρτα. Μένω μόνη, με τον ήχο της βροχής να πέφτει στο τζάμι και την καρδιά μου να χτυπάει σαν τρελή. Θυμάμαι τον άντρα μου, τον Γιώργο, πώς έφυγε ξαφνικά πριν πέντε χρόνια, αφήνοντάς με με ένα σπίτι γεμάτο σιωπή και μια κόρη που μεγάλωνε και απομακρυνόταν όλο και περισσότερο.
Ο Νίκος μπήκε στη ζωή μου απρόσμενα, ένα απόγευμα στο φούρνο της γειτονιάς. Μου χαμογέλασε, μου είπε ένα αστείο για τα κουλούρια που είχαν ξεραθεί, και ξαφνικά βρήκα τον εαυτό μου να γελάει δυνατά, όπως είχα να κάνω χρόνια. Από τότε, κάθε μέρα ήταν λίγο πιο φωτεινή.
Όμως η Ελένη δεν τον θέλει. Τον φοβάται, ή μάλλον φοβάται ότι θα χάσει εμένα. Το βλέπω στα μάτια της, πίσω από τον θυμό και την καχυποψία. Κάθε φορά που της μιλάω για τον Νίκο, σφίγγει τα χείλη της και αλλάζει θέμα. Κάθε φορά που τον φέρνω σπίτι, βρίσκει μια δικαιολογία να φύγει.
Ένα βράδυ, καθώς καθόμαστε με τον Νίκο στο σαλόνι, εκείνος με κοιτάζει σοβαρά. «Σου λείπει η κόρη σου, ε;»
«Πολύ», του απαντώ. «Αλλά δεν μπορώ να ζήσω μόνο για εκείνη. Έχω κι εγώ δικαίωμα στη χαρά.»
Με παίρνει αγκαλιά. «Θα την κερδίσουμε. Θα δει ότι δεν είμαι αυτό που νομίζει.»
Μα η Ελένη δεν πείθεται. Μια μέρα, φέρνει στο σπίτι τον θείο της, τον αδερφό του Γιώργου. Ο θείος Σπύρος κάθεται απέναντί μου, με το βλέμμα του γεμάτο αυστηρότητα.
«Αγγελική, σκέψου το καλά. Ο Νίκος δεν έχει καλή φήμη. Άκουσα ότι χρωστάει σε όλη τη γειτονιά. Δεν θέλω να σε δω να υποφέρεις.»
«Σπύρο, είμαι 57 χρονών. Δεν είμαι αφελής. Αν ο Νίκος ήθελε μόνο τα λεφτά μου, θα είχε φύγει όταν του είπα ότι το σπίτι είναι ακόμα υποθηκευμένο.»
Ο θείος με κοιτάζει σκεπτικός. Η Ελένη στέκεται πίσω του, με τα χέρια σταυρωμένα, έτοιμη να πεταχτεί σε κάθε λέξη μου.
«Μάνα, σε παρακαλώ, μην το κάνεις αυτό στον εαυτό σου. Δεν θέλω να σε μαζεύω πάλι από τα πατώματα.»
Η φράση της με πονάει. Θυμάμαι τις νύχτες που έκλαιγα μετά τον θάνατο του Γιώργου, όταν η Ελένη με έβρισκε να κοιμάμαι στον καναπέ με τα φώτα ανοιχτά. Τότε ήμασταν ενωμένες. Τώρα νιώθω πως είμαστε ξένες.
Περνούν οι μέρες, γεμάτες σιωπή και βλέμματα γεμάτα καχυποψία. Ο Νίκος προσπαθεί να με κάνει να γελάσω, να με βγάλει από το σπίτι, να μου θυμίσει πως η ζωή δεν τελειώνει στα πενήντα. Κάποιες φορές τα καταφέρνει. Άλλες φορές, όμως, η σκιά της Ελένης πέφτει πάνω μας και όλα σκοτεινιάζουν.
Ένα απόγευμα, καθώς ετοιμάζομαι να βγω με τον Νίκο, η Ελένη μπαίνει στο δωμάτιο με δάκρυα στα μάτια.
«Μάνα, σε παρακαλώ… Αν τον παντρευτείς, δεν θα ξαναπατήσω το πόδι μου εδώ μέσα.»
Σταματάω να κουμπώνω το παλτό μου. Την κοιτάζω και νιώθω την καρδιά μου να σπάει στα δύο. Από τη μία ο Νίκος, η ελπίδα για μια νέα αρχή. Από την άλλη η κόρη μου, το παιδί μου, το αίμα μου.
«Ελένη, δεν θέλω να σε χάσω. Αλλά δεν θέλω να χάσω και τον εαυτό μου.»
«Διάλεξε», μου λέει ψιθυριστά και φεύγει.
Το βράδυ, στο τραπέζι με τον Νίκο, δεν μπορώ να φάω. Εκείνος με κοιτάζει ανήσυχος.
«Τι έγινε;»
Του λέω τα πάντα. Για τη Μαρία, για τα χρέη που λένε ότι έχει, για την απειλή της Ελένης.
Ο Νίκος σκύβει το κεφάλι. «Δεν θα σου πω ψέματα. Πριν χρόνια είχα μπλεξίματα. Έχασα τη δουλειά μου, χρεώθηκα, αλλά τα ξεπλήρωσα όλα. Δεν είμαι τέλειος, Αγγελική. Αλλά σ’ αγαπάω.»
Τον κοιτάζω στα μάτια. Θέλω να τον πιστέψω. Θέλω να πιστέψω ότι οι άνθρωποι αλλάζουν, ότι αξίζουμε μια δεύτερη ευκαιρία.
Τις επόμενες μέρες, η Ελένη δεν μου μιλάει. Το σπίτι είναι βαρύ, γεμάτο σιωπή και ανείπωτα λόγια. Οι γείτονες ψιθυρίζουν, οι συγγενείς παίρνουν τηλέφωνο να μάθουν τι θα κάνω.
Ένα βράδυ, κάθομαι μόνη στην κουζίνα και σκέφτομαι τη ζωή μου. Πόσα χρόνια έζησα για τους άλλους; Πόσες φορές έβαλα τις ανάγκες μου στην άκρη για να μην στενοχωρήσω κανέναν; Τώρα, στα 57 μου, έχω δικαίωμα να ζήσω για μένα;
Την επόμενη μέρα, παίρνω μια βαθιά ανάσα και τηλεφωνώ στην Ελένη.
«Θέλω να έρθεις σπίτι. Να μιλήσουμε.»
Έρχεται διστακτικά, με τα μάτια κόκκινα από το κλάμα.
«Ελένη, σ’ αγαπάω όσο τίποτα στον κόσμο. Αλλά δεν μπορώ να ζήσω χωρίς αγάπη. Ο Νίκος μπορεί να μην είναι τέλειος, αλλά με κάνει ευτυχισμένη. Θέλω να του δώσω μια ευκαιρία. Θέλω να του δώσεις κι εσύ.»
Η Ελένη με κοιτάζει για ώρα χωρίς να μιλάει. Τελικά, σκύβει το κεφάλι.
«Φοβάμαι για σένα, μάνα. Δεν θέλω να σε χάσω.»
Την αγκαλιάζω σφιχτά. «Κι εγώ φοβάμαι. Αλλά αν δεν ρισκάρουμε, δεν θα μάθουμε ποτέ.»
Δεν ξέρω τι θα φέρει το αύριο. Ίσως η Ελένη να μην με συγχωρήσει ποτέ. Ίσως ο Νίκος να αποδειχτεί άλλος απ’ ό,τι πιστεύω. Αλλά για πρώτη φορά μετά από χρόνια, νιώθω ζωντανή.
Άραγε, αξίζει να θυσιάσουμε την ευτυχία μας για να μην πληγώσουμε τους άλλους; Ή μήπως πρέπει να μάθουμε να ζούμε και για τον εαυτό μας; Τι θα κάνατε εσείς στη θέση μου;