«Αν είχαμε παιδί, όλα θα άλλαζαν»: Η εξομολόγηση μιας γυναίκας από την Αθήνα για τον γάμο, τα οικονομικά και το αβέβαιο μέλλον

«Δεν καταλαβαίνεις, Μαρία! Αν είχαμε παιδί, θα είχα λόγο να προσπαθήσω περισσότερο. Θα έβρισκα το κίνητρο να δουλέψω, να φέρω περισσότερα χρήματα στο σπίτι!»

Η φωνή του Νίκου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου. Ήταν βράδυ, καθόμασταν στην κουζίνα του μικρού μας διαμερίσματος στα Πατήσια. Το φως της λάμπας έπεφτε πάνω στο πρόσωπό του, κάνοντάς τον να φαίνεται πιο κουρασμένος απ’ ό,τι συνήθως. Εγώ, απέναντί του, με τα χέρια σφιγμένα γύρω από μια κούπα τσάι που είχε πια κρυώσει.

«Και αν δεν έρθει ποτέ αυτό το παιδί;» ψιθύρισα. «Τι θα γίνει τότε; Θα μείνουμε για πάντα έτσι;»

Ο Νίκος απέστρεψε το βλέμμα του. Ήξερα πως τον πλήγωσα, αλλά δεν άντεχα άλλο αυτή τη μόνιμη αναμονή. Δύο χρόνια παντρεμένοι, τρία μαζί συνολικά. Στην αρχή όλα έμοιαζαν εύκολα – γελούσαμε, βγαίναμε βόλτες στη Διονυσίου Αρεοπαγίτου, κάναμε όνειρα για ταξίδια και παιδιά. Μετά ήρθε η πραγματικότητα: ο μισθός μου ως δασκάλα δεν φτάνει ούτε για τα βασικά, εκείνος δουλεύει περιστασιακά σε μια αποθήκη και συμπληρώνει με delivery τα βράδια. Τα λεφτά ποτέ δεν φτάνουν.

Η μητέρα μου λέει συνέχεια: «Μαρία, αν περιμένεις να έχεις λεφτά για να κάνεις παιδί, δεν θα κάνεις ποτέ». Αλλά εγώ φοβάμαι. Θυμάμαι τα χρόνια που μεγάλωνα στη Νίκαια, με τον πατέρα μου να λείπει μεροκάματο και τη μάνα μου να μετράει τα ψιλά για το σούπερ μάρκετ. Δεν θέλω να ζήσω το ίδιο – ούτε για μένα, ούτε για ένα παιδί που δεν έχει ζητήσει να έρθει στον κόσμο.

Ο Νίκος όμως επιμένει. «Θα αλλάξω», λέει. «Θα βρω καλύτερη δουλειά. Θα κάνω ό,τι χρειαστεί». Μα κάθε φορά που ανοίγει το laptop να ψάξει αγγελίες, μετά από δέκα λεπτά το κλείνει και βυθίζεται στον καναπέ με το κινητό. Τον βλέπω να χαζεύει βίντεο στο YouTube ή να παίζει παιχνίδια. Κι εγώ; Εγώ νιώθω μόνη.

Ένα βράδυ, μετά από έναν ακόμα καβγά για τα λεφτά, πήγα στη μητέρα μου. Καθίσαμε στο μπαλκόνι της πολυκατοικίας, με θέα τις ταράτσες και τις κεραίες. «Μάνα», της είπα, «φοβάμαι ότι ο Νίκος δεν θα αλλάξει ποτέ». Εκείνη με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που έχει όταν θέλει να πει κάτι σκληρό αλλά απαραίτητο.

«Οι άντρες στην Ελλάδα πάντα ψάχνουν μια δικαιολογία για να μην προσπαθήσουν παραπάνω», είπε. «Εσύ όμως τι θέλεις; Θέλεις να περιμένεις ή να ζήσεις;»

Γύρισα σπίτι αργά. Ο Νίκος κοιμόταν ήδη στον καναπέ. Πήγα στο υπνοδωμάτιο και ξάπλωσα χωρίς να ανάψω φως. Ένιωθα ένα βάρος στο στήθος μου – όχι θυμό πια, αλλά λύπη. Για εκείνον, για μένα, για όλα αυτά που δεν έγιναν ποτέ.

Τις επόμενες μέρες προσπαθήσαμε να κάνουμε σαν να μην έγινε τίποτα. Πήγαμε μαζί στη λαϊκή, γελάσαμε λίγο με τους πωλητές που φώναζαν «δώδεκα πορτοκάλια ένα ευρώ!», κάναμε σχέδια για το καλοκαίρι – ίσως μια εκδρομή στην Εύβοια αν βρούμε φθηνό δωμάτιο. Αλλά η σκιά ήταν πάντα εκεί.

Ένα απόγευμα ήρθε η αδερφή του Νίκου, η Ελένη, με τα δύο της παιδιά. Το σπίτι γέμισε φωνές και γέλια – τα παιδιά έτρεχαν πάνω κάτω, ο Νίκος τους έδινε σοκολάτες κρυφά από την Ελένη. Τον είδα πόσο πολύ ήθελε να γίνει πατέρας. Όταν έφυγαν, κάθισε δίπλα μου και είπε: «Βλέπεις; Αυτό μας λείπει».

Δεν απάντησα. Σκέφτηκα πόσες φορές έχουμε κάνει αυτή τη συζήτηση. Πόσες φορές έχω νιώσει ενοχές που δεν μπορώ – ή δεν θέλω – να κάνω αυτό το βήμα χωρίς ασφάλεια.

Μια μέρα πήρα θάρρος και του είπα: «Νίκο, αν περιμένεις ένα παιδί για να βρεις νόημα στη ζωή σου, τι θα γίνει αν αυτό το παιδί δεν έρθει ποτέ; Ή αν έρθει και πάλι νιώθεις χαμένος;»

Με κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε τι λέω. «Δεν γίνεται να μην έρθει», είπε σχεδόν θυμωμένος. «Όλοι κάνουν παιδιά». Μα ξέρουμε κι οι δυο πως αυτό δεν είναι αλήθεια.

Τις νύχτες ξαγρυπνώ και σκέφτομαι: Μήπως είμαι εγώ το πρόβλημα; Μήπως είμαι πολύ λογική; Μήπως πρέπει να ρισκάρω όπως λένε όλοι; Αλλά μετά θυμάμαι τη φίλη μου τη Σοφία που έκανε παιδί στα 25 χωρίς σταθερή δουλειά και τώρα τρέχει από το πρωί ως το βράδυ για να τα βγάλει πέρα μόνη της.

Στο σχολείο τα παιδιά με ρωτούν αν έχω δικά μου παιδιά. Κάθε φορά νιώθω ένα τσίμπημα στην καρδιά – σαν να πρέπει να απολογηθώ που δεν έχω γίνει μάνα ακόμα.

Ο Νίκος έχει αρχίσει να απομακρύνεται. Δεν μιλάμε πια όπως παλιά. Βγαίνει πιο συχνά με τους φίλους του – τον Γιώργο και τον Πέτρο – και γυρίζει αργά το βράδυ μυρίζοντας τσιγάρο και μπύρα. Μια φορά τον άκουσα να λέει στον Γιώργο στο τηλέφωνο: «Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω με τη Μαρία…»

Σκέφτομαι μήπως πρέπει να φύγω. Να πάρω μια βαλίτσα και να πάω στη θεία μου στη Θεσσαλονίκη για λίγο – να σκεφτώ τι θέλω πραγματικά. Αλλά φοβάμαι τη μοναξιά όσο φοβάμαι και την αβεβαιότητα.

Ένα Σάββατο πρωί ξύπνησα νωρίς και πήγα στη θάλασσα μόνη μου. Κάθισα στην άμμο και κοίταξα τον ορίζοντα. Εκεί κατάλαβα πως η ζωή δεν σου δίνει πάντα αυτό που θέλεις – ούτε καν αυτό που χρειάζεσαι. Πρέπει όμως να αποφασίσεις τι μπορείς να αντέξεις.

Γύρισα σπίτι αποφασισμένη να μιλήσω ανοιχτά στον Νίκο. Του είπα: «Δεν μπορώ άλλο να ζω σε αναμονή ενός θαύματος που ίσως δεν έρθει ποτέ. Αν θες πραγματικά να αλλάξεις τη ζωή μας, πρέπει πρώτα να αλλάξεις εσύ». Εκείνος με κοίταξε σιωπηλός – πρώτη φορά χωρίς δικαιολογίες.

Από τότε προσπαθούμε ξανά – όχι για ένα παιδί, αλλά για εμάς τους ίδιους. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρουμε ή αν θα χωρίσουμε τελικά. Ξέρω μόνο πως δεν θέλω πια να ζω με ελπίδες που βασίζονται σε κάτι έξω από εμάς.

Και αναρωτιέμαι: Πόσοι άλλοι ζουν έτσι; Περιμένοντας κάτι ή κάποιον για να τους σώσει; Μήπως τελικά πρέπει πρώτα να σώσουμε τον εαυτό μας;