Έδιωξα τη θεία του άντρα μου από το σπίτι μας – Η ασέβειά της ξεπέρασε κάθε όριο, αλλά μήπως εγώ έφταιγα τελικά;
«Δεν καταλαβαίνω πώς μπορείς να ζεις έτσι, Μαρία. Στο δικό μου σπίτι, όλα ήταν πάντα στην εντέλεια. Εδώ βλέπω σκόνη στα ράφια και το φαγητό σου… ε, ας πούμε ότι δεν είναι όπως το έφτιαχνε η μάνα του Γιώργου.»
Η φωνή της θείας Ειρήνης αντηχούσε ακόμα στ’ αυτιά μου, γεμάτη ειρωνεία και μια δόση περιφρόνησης που δεν μπορούσα να αγνοήσω. Ήταν η πρώτη φορά που ερχόταν στο σπίτι μας, μετά από δεκαπέντε χρόνια στη Γερμανία. Ο Γιώργος, ο άντρας μου, είχε χαρεί πολύ που θα τη φιλοξενούσαμε. Εγώ όμως, από την πρώτη στιγμή που μπήκε στο σπίτι, ένιωσα ένα σφίξιμο στο στομάχι. Ήταν σαν να έφερνε μαζί της έναν αέρα ανωτερότητας, σαν να ήθελε να μας δείξει ότι τίποτα εδώ δεν ήταν αρκετά καλό για εκείνη.
«Θεία, μήπως θέλεις να ξεκουραστείς λίγο; Το ταξίδι θα σε κούρασε…» προσπάθησα να αλλάξω θέμα, αλλά εκείνη με διέκοψε απότομα.
«Όχι, όχι! Θέλω να δω το σπίτι. Να δω πώς ζείτε εδώ στην Ελλάδα τώρα που όλα είναι δύσκολα. Στη Γερμανία, ξέρεις, τα πράγματα είναι αλλιώς. Εκεί οι γυναίκες δουλεύουν και το σπίτι λάμπει!»
Ένιωσα τα μάγουλά μου να καίνε. Δεν ήμουν τεμπέλα – δούλευα σε φαρμακείο, φρόντιζα τα παιδιά μας και το σπίτι όσο μπορούσα. Αλλά η θεία Ειρήνη δεν ήθελε να ακούσει τίποτα. Όλη μέρα έκανε παρατηρήσεις: για το πώς μαγείρευα, για το πώς μεγάλωνα τα παιδιά, ακόμα και για το πώς μιλούσα στον Γιώργο.
Το βράδυ, όταν τα παιδιά κοιμήθηκαν, βρήκα τον Γιώργο στην κουζίνα.
«Δεν αντέχω άλλο», του είπα ψιθυριστά. «Η θεία σου με προσβάλλει συνέχεια.»
Ο Γιώργος αναστέναξε. «Ξέρω, Μαρία… Αλλά είναι μεγάλη γυναίκα. Έτσι είναι ο χαρακτήρας της. Κάνε υπομονή λίγες μέρες.»
«Δεν είναι δίκαιο! Αυτό είναι το σπίτι μας!»
Εκείνος με κοίταξε με κούραση. «Σε παρακαλώ… Μην κάνεις σκηνή.»
Την επόμενη μέρα, η κατάσταση χειροτέρεψε. Η θεία Ειρήνη μπήκε στο δωμάτιο των παιδιών και άρχισε να τους κάνει παρατηρήσεις για τα παιχνίδια τους.
«Στη Γερμανία τα παιδιά δεν κάνουν έτσι! Είναι πιο πειθαρχημένα!»
Ο μικρός μου γιος, ο Νίκος, γύρισε και με κοίταξε με δάκρυα στα μάτια.
Το μεσημέρι, την ώρα του φαγητού, η θεία Ειρήνη άρχισε να μιλάει για τη μητέρα του Γιώργου – τη μακαρίτισσα πεθερά μου.
«Η μάνα του Γιώργου ήξερε να κρατάει το σπίτι της. Εσύ…»
Δεν άντεξα άλλο.
«Φτάνει!», φώναξα ξαφνικά. «Αυτό είναι το σπίτι μου και δεν θα επιτρέψω σε κανέναν να με προσβάλλει μπροστά στα παιδιά μου!»
Η θεία Ειρήνη με κοίταξε έκπληκτη. Ο Γιώργος σηκώθηκε απότομα από το τραπέζι.
«Μαρία, τι κάνεις;»
«Αυτό που έπρεπε να έχεις κάνει εσύ από την αρχή!», του απάντησα με σπασμένη φωνή.
Γύρισα στη θεία Ειρήνη.
«Σας παρακαλώ, μαζέψτε τα πράγματά σας και φύγετε από το σπίτι μας.»
Για λίγα δευτερόλεπτα επικράτησε σιωπή. Η θεία Ειρήνη σηκώθηκε αργά, με ένα βλέμμα που δεν θα ξεχάσω ποτέ.
«Δεν περίμενα τέτοια αγένεια από μια Ελληνίδα νοικοκυρά», είπε ψυχρά.
Ο Γιώργος έτρεξε πίσω της καθώς έφευγε από το σπίτι. Τα παιδιά είχαν μείνει άφωνοι. Ένιωθα τα χέρια μου να τρέμουν.
Το βράδυ ο Γιώργος γύρισε αμίλητος. Δεν κοιμηθήκαμε μαζί εκείνο το βράδυ – πήγε στον καναπέ.
Τις επόμενες μέρες η ατμόσφαιρα στο σπίτι ήταν βαριά. Ο Γιώργος δεν μου μιλούσε σχεδόν καθόλου. Τα παιδιά ρωτούσαν πού πήγε η θεία Ειρήνη και γιατί ήταν όλοι τόσο λυπημένοι.
Η μητέρα μου με πήρε τηλέφωνο.
«Μαρία, καλά έκανες! Δεν μπορεί ο καθένας να μπαίνει στο σπίτι σου και να σε μειώνει!»
Αλλά εγώ ένιωθα ενοχές. Μήπως ήμουν υπερβολική; Μήπως έπρεπε να κάνω περισσότερη υπομονή; Ήταν σωστό που έβαλα τα όριά μου ή μήπως κατέστρεψα τη σχέση του άντρα μου με τη θεία του;
Μια εβδομάδα αργότερα, ο Γιώργος γύρισε νωρίς από τη δουλειά. Κάθισε απέναντί μου στο τραπέζι της κουζίνας.
«Μαρία… Ξέρεις ότι αγαπάω τη θεία μου. Με μεγάλωσε όταν πέθανε η μάνα μου. Αλλά… Κατάλαβα ότι είχες δίκιο. Δεν είχε δικαίωμα να σου μιλάει έτσι.»
Ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου.
«Δεν ήθελα να σε πληγώσω», του είπα χαμηλόφωνα.
«Κι εγώ δεν ήθελα να σε αφήσω μόνη σου σε αυτό», απάντησε και μου έπιασε το χέρι.
Από τότε η σχέση μας άλλαξε. Έμαθα ότι πρέπει να βάζω όρια – ακόμα και στους συγγενείς του άντρα μου. Αλλά ακόμα αναρωτιέμαι: Μήπως θα μπορούσα να το χειριστώ αλλιώς; Μήπως υπάρχει τρόπος να προστατεύουμε τον εαυτό μας χωρίς να πληγώνουμε τους άλλους;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα αντέχατε την ασέβεια ή θα διώχνατε τη θεία από το σπίτι σας;