Δεν είμαι η υπηρέτριά σας: Η ιστορία της Μαρίας από τη Θεσσαλονίκη
«Δεν είμαι η υπηρέτριά σας!» φώναξα, με τη φωνή μου να τρέμει από θυμό και απογοήτευση. Η πεθερά μου, η κυρία Ελένη, με κοίταξε με εκείνο το γνωστό, επικριτικό βλέμμα της, ενώ ο Νίκος, ο άντρας μου, έσκυψε το κεφάλι του και έκανε πως δεν άκουσε. Η μικρή μας κόρη, η Σοφία, έπαιζε αμέριμνη στο σαλόνι, αγνοώντας τη θύελλα που μαινόταν γύρω της.
«Μαρία, μην υψώνεις τη φωνή σου. Δεν είναι σωστό μπροστά στο παιδί», είπε ο Νίκος σιγανά, σχεδόν ψιθυριστά. Η πεθερά μου αναστέναξε βαθιά και άρχισε να μαζεύει τα πιάτα από το τραπέζι, λες και ήμουν αόρατη.
Πόσα χρόνια τώρα; Οκτώ χρόνια παντρεμένη με τον Νίκο. Οκτώ χρόνια που κάθε μέρα έμοιαζε με επανάληψη: δουλειά, σπίτι, φροντίδα για όλους εκτός από εμένα. Η πεθερά μου μένει μαζί μας από τότε που ο πεθερός μου πέθανε. Στην αρχή είπα «είναι δύσκολο για εκείνη, ας κάνω υπομονή». Μετά έγιναν δύο χρόνια, τρία, πέντε. Κάθε μέρα η ίδια ιστορία: «Μαρία, φτιάξε καφέ», «Μαρία, το φαγητό δεν έχει αλάτι», «Μαρία, γιατί δεν πήρες τα ρούχα από το καθαριστήριο;».
Ο Νίκος πάντα στη μέση. Ποτέ δεν πήρε ξεκάθαρη θέση. «Είναι η μάνα μου», έλεγε. «Να κάνουμε λίγη υπομονή». Κι εγώ; Εγώ πού ήμουν σε όλο αυτό; Πού ήταν τα όνειρά μου να ανοίξω το δικό μου εργαστήρι κεραμικής; Πού ήταν οι βόλτες στη Νέα Παραλία με φίλες; Όλα θυσία για την οικογένεια του Νίκου.
Θυμάμαι ακόμα την πρώτη φορά που ένιωσα πραγματικά αόρατη. Ήταν το Πάσχα πριν τέσσερα χρόνια. Είχα ετοιμάσει τα πάντα: μαγειρίτσα, αρνί στο φούρνο, κουλουράκια. Η κυρία Ελένη ήρθε στην κουζίνα και είπε: «Καλά τα έκανες, αλλά η μαγειρίτσα θέλει περισσότερο λεμόνι». Δεν είπε ούτε ένα ευχαριστώ. Ο Νίκος χαμογέλασε αμήχανα και άλλαξε θέμα.
Οι φίλες μου με ρωτούσαν γιατί έχω χαθεί. Τι να τους πω; Ότι ντρέπομαι που έχω χάσει τον εαυτό μου; Ότι φοβάμαι να μιλήσω γιατί θα με πουν αχάριστη; Στην Ελλάδα, η νύφη πρέπει να είναι πάντα ευγενική, να μην παραπονιέται. Αλλά εγώ δεν άντεχα άλλο.
Κάθε βράδυ ξάπλωνα δίπλα στον Νίκο και ήλπιζα να με ρωτήσει πώς νιώθω. Ποτέ δεν το έκανε. Μια φορά μόνο τόλμησα να του πω: «Νιώθω πως δεν υπάρχω πια». Με κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε τι εννοώ. «Έχεις το σπίτι σου, την οικογένειά σου… τι άλλο θέλεις;»
Τι άλλο θέλω; Θέλω να είμαι εγώ. Να μην ξυπνάω κάθε πρωί με κόμπο στο στομάχι. Να μην φοβάμαι να πω τη γνώμη μου γιατί θα θυμώσει η πεθερά ή θα απογοητευτεί ο Νίκος.
Πριν δύο μήνες, η Σοφία αρρώστησε βαριά. Έτρεχα σε γιατρούς, ξενυχτούσα δίπλα της, έκλαιγα σιωπηλά στο μπάνιο για να μη με δει κανείς. Η κυρία Ελένη παραπονιόταν ότι δεν βρήκε ζεστό καφέ το πρωί. Ο Νίκος έλειπε στη δουλειά και όταν γύριζε το μόνο που ρωτούσε ήταν αν πλήρωσα τον λογαριασμό της ΔΕΗ.
Ένα βράδυ, όταν η Σοφία κοιμήθηκε επιτέλους χωρίς πυρετό, κάθισα στο μπαλκόνι και κοίταξα τη Θεσσαλονίκη φωτισμένη κάτω από το φεγγάρι. Ένιωσα τόσο μόνη όσο ποτέ στη ζωή μου. Τότε αποφάσισα ότι κάτι πρέπει να αλλάξει.
Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά – δουλεύω σε ένα μικρό λογιστικό γραφείο στην Τσιμισκή – και μίλησα με τη Χριστίνα, τη συνάδελφό μου. «Μαρία, πρέπει να κάνεις κάτι για σένα», μου είπε. «Αν δεν το κάνεις εσύ, κανείς δεν θα το κάνει». Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα πόσο δίκιο είχε.
Άρχισα δειλά-δειλά να ψάχνω για σεμινάρια κεραμικής τα απογεύματα. Δεν είπα τίποτα σε κανέναν στην αρχή. Ήταν το μικρό μου μυστικό. Όταν ο Νίκος και η κυρία Ελένη ρώτησαν πού πηγαίνω κάθε Τρίτη και Πέμπτη, απάντησα απλά: «Έχω μια δουλειά».
Όμως τίποτα δεν μένει κρυφό για πολύ σε αυτό το σπίτι. Ένα βράδυ ο Νίκος με περίμενε στο σαλόνι.
«Πού πας κάθε φορά; Η μάνα μου λέει ότι λείπεις ώρες και αφήνεις το παιδί μαζί της».
«Πηγαίνω σε σεμινάρια κεραμικής», του απάντησα ήρεμα.
«Κεραμικής; Και ποιος θα μαγειρέψει; Ποιος θα προσέχει τη Σοφία;»
«Η Σοφία είναι παιδί μας και δικό σου όσο και δικό μου», του είπα. «Και η κυρία Ελένη μπορεί να βοηθήσει λίγο παραπάνω».
Η φωνή του ανέβηκε: «Δεν είναι αυτή η θέση σου! Εσύ είσαι μάνα και σύζυγος!»
Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα αλλά δεν λύγισα. «Δεν είμαι υπηρέτριά σας! Έχω δικαίωμα να ζω κι εγώ!»
Η κυρία Ελένη μπήκε στο δωμάτιο: «Αυτά είναι ξενόφερτα! Στην εποχή μου οι γυναίκες ήξεραν τη θέση τους!»
«Στην εποχή σας ίσως», της απάντησα ψύχραιμα. «Αλλά τώρα είναι η δική μου ζωή».
Από εκείνο το βράδυ τίποτα δεν ήταν ίδιο στο σπίτι μας. Ο Νίκος έγινε πιο ψυχρός μαζί μου. Η κυρία Ελένη σταμάτησε να μου μιλάει εκτός αν ήταν ανάγκη. Αλλά εγώ συνέχισα τα σεμινάρια κεραμικής. Άρχισα να γελάω ξανά, να νιώθω δημιουργική, να βρίσκω φίλες που με καταλάβαιναν.
Η Σοφία μια μέρα με ρώτησε: «Μαμά, γιατί είσαι πιο χαρούμενη τώρα;» Της χαμογέλασα και της είπα: «Γιατί κάνω κάτι που αγαπάω». Εκείνη με αγκάλιασε σφιχτά.
Οι φίλες μου άρχισαν να με βλέπουν ξανά. Βγήκαμε για καφέ στην Αριστοτέλους, γελάσαμε όπως παλιά. Άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά να ανοίξω ένα μικρό εργαστήρι κεραμικής στη γειτονιά μας στην Καλαμαριά.
Ο Νίκος μια μέρα προσπάθησε να με πλησιάσει: «Μαρία… φοβάμαι ότι θα μας διαλύσεις την οικογένεια». Τον κοίταξα στα μάτια: «Η οικογένεια διαλύεται όταν κανείς δεν είναι ευτυχισμένος».
Δεν ξέρω τι θα γίνει αύριο. Ίσως ο Νίκος αλλάξει, ίσως όχι. Ίσως χρειαστεί να πάρω δύσκολες αποφάσεις. Αλλά τώρα νιώθω ζωντανή ξανά.
Σκέφτομαι συχνά: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν ακόμα σαν σκιές μέσα στα ίδια τους τα σπίτια; Πόσες φοβούνται να διεκδικήσουν τον εαυτό τους; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;