Ο άντρας μου γύρισε από το νοσοκομείο και μου είπε ότι ερωτεύτηκε τη νοσοκόμα – Η ζωή μου διαλύθηκε σε μια στιγμή
«Τι εννοείς, δεν θέλεις να μείνεις εδώ;» Η φωνή μου έσπασε, τα χέρια μου έτρεμαν καθώς κρατούσα ακόμα την τσάντα του. Ο Νίκος απέφυγε το βλέμμα μου. Στεκόταν στην πόρτα του σαλονιού, με το σακάκι μισοφορεμένο, σαν να μην ήξερε αν έπρεπε να μπει ή να φύγει.
«Σοφία… Δεν ξέρω πώς να στο πω. Εκεί, στο νοσοκομείο… Συνέβη κάτι. Γνώρισα τη Μαρία, τη νοσοκόμα. Δεν μπορώ να σου πω ψέματα. Ερωτεύτηκα.»
Ένιωσα το πάτωμα να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Ο αέρας στο σπίτι, που μέχρι πριν λίγο μύριζε φρεσκοβρασμένο ζωμό και καθαρά σεντόνια, τώρα μύριζε προδοσία. Πριν τρεις μέρες τον είχα αποχαιρετήσει με αγωνία, φοβούμενη για την υγεία του. Τώρα επέστρεφε σώος, αλλά εγώ ήμουν αυτή που διαλυόταν.
«Τι λες τώρα; Με κοροϊδεύεις;» ψιθύρισα. Ο Νίκος έγνεψε αρνητικά, τα μάτια του γεμάτα ενοχή. «Δεν είναι κάτι που σχεδίασα. Απλά… ένιωσα ζωντανός μαζί της. Εδώ και καιρό νιώθω πως πνίγομαι. Δεν φταις εσύ, απλά…»
Ένα κύμα θυμού με πλημμύρισε. «Δηλαδή εγώ τι είμαι; Η γυναίκα που σου μαγειρεύει και σου στρώνει το κρεβάτι; Που σε φρόντιζε όταν ήσουν άρρωστος;»
«Σοφία, σε παρακαλώ…»
«Όχι! Μη με παρακαλάς! Πήγαινε λοιπόν στη Μαρία σου!» φώναξα και πέταξα την τσάντα του στο πάτωμα.
Ο Νίκος έμεινε ακίνητος για λίγο, μετά έσκυψε το κεφάλι και βγήκε έξω χωρίς άλλη λέξη. Η πόρτα έκλεισε πίσω του με έναν ήχο που αντήχησε στα κόκαλά μου.
Έμεινα μόνη στο σαλόνι, ανάμεσα σε δυο φλιτζάνια καφέ που δεν πρόλαβαν να πιουν ποτέ μαζί, και μια σούπα που δεν θα δοκίμαζε κανείς. Τα δάκρυά μου κυλούσαν ασταμάτητα.
Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν η μητέρα μου. «Σοφία, όλα καλά; Πώς είναι ο Νίκος;»
Δεν ήξερα τι να πω. «Μαμά… ο Νίκος… έφυγε.»
«Τι εννοείς;»
«Ερωτεύτηκε μια άλλη. Μια νοσοκόμα.»
Ακολούθησε σιωπή. Μετά η φωνή της έγινε σκληρή: «Σου είχα πει να μην τον εμπιστεύεσαι τυφλά! Από τότε που έχασε τη δουλειά του, όλο παράπονα ήταν!»
«Μαμά, σε παρακαλώ… Δεν αντέχω άλλο.»
Έκλεισα το τηλέφωνο και βυθίστηκα στον καναπέ. Οι σκέψεις στριφογύριζαν στο μυαλό μου: Τι έκανα λάθος; Μήπως τον παραμέλησα; Μήπως έπρεπε να είμαι πιο τρυφερή; Ή μήπως απλά έτσι είναι οι άνθρωποι – φεύγουν όταν βρουν κάτι πιο συναρπαστικό;
Το βράδυ δεν κοιμήθηκα καθόλου. Άκουγα τους ήχους της πολυκατοικίας: το ασανσέρ που ανέβαινε αργά, τα βήματα του κυρίου Σπύρου στον πάνω όροφο, το γάβγισμα του σκύλου της κυρίας Ελένης. Όλα ήταν ίδια – μόνο εγώ είχα αλλάξει.
Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά σαν ρομπότ. Η Ελένη, η συνάδελφός μου στο λογιστήριο, με κοίταξε ανήσυχα. «Τι έχεις; Σαν φάντασμα είσαι.»
«Ο Νίκος… με άφησε.»
Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα. «Γιατί;»
«Ερωτεύτηκε μια άλλη.»
Η Ελένη με αγκάλιασε σφιχτά. «Δεν είσαι η μόνη, Σοφία. Ο άντρας της ξαδέρφης μου έκανε τα ίδια πέρσι. Όλοι οι άντρες ίδιοι είναι.»
Δεν ήθελα να ακούσω γενικεύσεις – ο Νίκος ήταν ο δικός μου άνθρωπος, η δική μου προδοσία.
Το απόγευμα γύρισα σπίτι και βρήκα τη μητέρα μου να με περιμένει στην είσοδο.
«Θα μείνεις μαζί μου απόψε», είπε αποφασιστικά.
«Δεν θέλω να φύγω από το σπίτι μου.»
«Δεν θα σε αφήσω μόνη σου έτσι.»
Υποχώρησα. Το σπίτι της μύριζε λεβάντα και παλιές φωτογραφίες. Καθίσαμε στην κουζίνα και ήπιε καφέ ενώ εγώ απλά κοιτούσα το τραπεζομάντηλο.
«Σοφία, πρέπει να σταθείς στα πόδια σου», είπε αυστηρά η μητέρα μου. «Οι άντρες πάνε κι έρχονται – εσύ όμως έχεις τον εαυτό σου.»
«Δεν ξέρω αν μπορώ», απάντησα.
«Θα μάθεις.»
Τις επόμενες μέρες ο Νίκος δεν επικοινώνησε μαζί μου. Έμαθα από κοινή φίλη ότι είχε μετακομίσει προσωρινά στη μητέρα του στην Καλλιθέα. Η Μαρία – η νοσοκόμα – ήταν κατά δέκα χρόνια νεότερη από μένα, όμορφη και γελαστή λένε όσοι την ξέρουν.
Η οικογένειά μου διχάστηκε: ο πατέρας μου θύμωσε τόσο που δεν ήθελε ούτε το όνομα του Νίκου να ακούει στο σπίτι. Η αδερφή μου είπε πως ίσως ήταν ευκαιρία να ξαναβρώ τον εαυτό μου – «πάντα ζούσες στη σκιά του». Οι φίλες μου χωρίστηκαν σε δύο στρατόπεδα: άλλες ήθελαν να βγω έξω και να γνωρίσω άλλους άντρες, άλλες έλεγαν πως πρέπει να δώσω χρόνο στον εαυτό μου.
Κάθε μέρα ήταν ένας μικρός αγώνας: να σηκωθώ από το κρεβάτι, να πάω στη δουλειά, να μην κλάψω μπροστά στους άλλους. Τα βράδια όμως λύγιζα – άνοιγα τα παλιά μας άλμπουμ και αναρωτιόμουν πού χάθηκε η αγάπη μας.
Ένα βράδυ χτύπησε το κουδούνι. Ήταν ο Νίκος.
«Μπορώ να μπω;» ρώτησε διστακτικά.
Τον κοίταξα ψυχρά. «Γιατί ήρθες;»
«Ήθελα να σου ζητήσω συγγνώμη… Δεν ξέρω αν έκανα το σωστό. Η Μαρία… δεν είναι αυτό που νόμιζα.»
Ένιωσα ένα κύμα πίκρας αλλά και μια μικρή ανακούφιση – όχι γιατί ήθελα να γυρίσει πίσω, αλλά γιατί επιτέλους καταλάβαινε τι είχε κάνει.
«Δεν έχει σημασία πια», του είπα ήρεμα. «Εγώ άλλαξα.»
Ο Νίκος έφυγε ξανά – αυτή τη φορά χωρίς δάκρυα από μένα.
Πέρασαν μήνες μέχρι να σταθώ πραγματικά στα πόδια μου. Άρχισα μαθήματα χορού με την Ελένη, πήγα ταξίδι στη Θεσσαλονίκη με την αδερφή μου, γνώρισα νέους ανθρώπους. Κάποια βράδια ακόμα πονούσα, αλλά κάθε μέρα λιγότερο.
Τώρα πια κοιτάζω πίσω και αναρωτιέμαι: Πόσο εύκολα μπορεί να γκρεμιστεί μια ζωή που έχτισες με κόπο; Και πόση δύναμη χρειάζεται για να ξαναρχίσεις από την αρχή;