Ζώντας με τον πατέρα μου όσο ο αδερφός μου έφτιαχνε τη ζωή του: Κι όμως, στη διαθήκη δεν ανέφερε ποτέ πως το σπίτι θα ήταν δικό μου
«Γιατί πάντα παίρνεις το μέρος του;» φώναξα στον πατέρα μου, τα χέρια μου σφιγμένα σε γροθιές. Ο Νίκος στεκόταν δίπλα του, με εκείνο το ειρωνικό χαμόγελο που με έκανε να θέλω να ουρλιάξω. Ήταν τρία χρόνια μικρότερος, αλλά πάντα ένιωθα πως εγώ ήμουν ο ξένος στο ίδιο μου το σπίτι.
«Δεν παίρνω το μέρος κανενός, Γιάννη. Απλώς ο Νίκος έχει περισσότερες ευθύνες τώρα με τη δουλειά του», είπε ο πατέρας μου, αποφεύγοντας το βλέμμα μου. Ήξερα πως έλεγε ψέματα. Ο Νίκος πάντα ήταν το αγαπημένο παιδί. Από μικρός, όταν έσπαγε κάτι, εγώ το πλήρωνα. Όταν αργούσε να γυρίσει, εγώ άκουγα τις φωνές. Κι όμως, εγώ ήμουν αυτός που έμεινα δίπλα στον πατέρα μας όταν η μάνα μας πέθανε.
Η ζωή στην Αθήνα δεν ήταν ποτέ εύκολη. Το σπίτι μας στα Πατήσια ήταν παλιό, γεμάτο υγρασία και αναμνήσεις που πονούσαν. Ο Νίκος έφυγε νωρίς, βρήκε δουλειά σε μια εταιρεία πληροφορικής και μετακόμισε στα βόρεια προάστια. Εγώ έμεινα πίσω. «Κάποιος πρέπει να προσέχει τον πατέρα», έλεγα στον εαυτό μου, αλλά βαθιά μέσα μου ήξερα πως απλώς δεν είχα άλλη επιλογή.
Τα χρόνια περνούσαν και κάθε μέρα ένιωθα να βουλιάζω περισσότερο στη ρουτίνα. Ο πατέρας μου γινόταν όλο και πιο δύστροπος. «Πάλι δεν πλήρωσες τη ΔΕΗ;» φώναζε. «Ο Νίκος στη θέση σου θα είχε βρει καλύτερη δουλειά.» Πάντα ο Νίκος. Πάντα η σύγκριση.
Κάποια βράδια, όταν όλα ησύχαζαν, καθόμουν στο μπαλκόνι και κοιτούσα τα φώτα της πόλης. Αναρωτιόμουν πώς θα ήταν η ζωή αν είχα φύγει κι εγώ. Αν είχα το θάρρος να διεκδικήσω κάτι για μένα. Αλλά κάθε φορά που σκεφτόμουν να φύγω, ο πατέρας μου αρρώσταινε λίγο περισσότερο, και η ενοχή με κρατούσε δεμένο.
Ο Νίκος ερχόταν μόνο στις γιορτές. Έφερνε δώρα ακριβά και ιστορίες από τη ζωή του που έμοιαζαν ξένες. «Πήγαμε στη Μύκονο φέτος», έλεγε στην τελευταία του επίσκεψη. Ο πατέρας μου τον κοίταζε με καμάρι. Εγώ απλώς σέρβιρα το φαγητό.
Όταν ο πατέρας μας αρρώστησε σοβαρά, ήμουν μόνος μου στο νοσοκομείο. Ο Νίκος τηλεφωνούσε πού και πού, ρωτούσε αν χρειάζεται κάτι, αλλά ποτέ δεν ήρθε να τον δει τις δύσκολες μέρες. Εγώ άλλαζα πάνες, εγώ του κρατούσα το χέρι όταν πονούσε, εγώ υπέγραφα τα χαρτιά όταν ήρθε το τέλος.
Η κηδεία ήταν λιτή. Ο Νίκος εμφανίστηκε με κοστούμι και μαύρα γυαλιά. Δεν έκλαψε. Μετά την τελετή, μαζευτήκαμε στο σπίτι για τον καφέ. Η ατμόσφαιρα ήταν βαριά.
«Πρέπει να μιλήσουμε για το σπίτι», είπε ο Νίκος μόλις φύγαν οι συγγενείς.
«Τι εννοείς;» ρώτησα, νιώθοντας ένα σφίξιμο στο στομάχι.
«Η διαθήκη θα ανοιχτεί αύριο στο γραφείο του συμβολαιογράφου. Θέλω να ξέρω τι σκοπεύεις να κάνεις αν δεν σου αφήσει τίποτα.»
Έμεινα άφωνος. Δεν είχα σκεφτεί ποτέ πως ο πατέρας μας θα μπορούσε να με αφήσει χωρίς τίποτα. Ήμουν αυτός που τον φρόντιζε τόσα χρόνια! Όλη τη νύχτα στριφογύριζα στο κρεβάτι, προσπαθώντας να θυμηθώ αν είχε πει ποτέ κάτι για τη διαθήκη.
Το επόμενο πρωί πήγαμε μαζί στον συμβολαιογράφο. Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά καθώς ο κύριος Παπαδόπουλος άνοιγε τον φάκελο.
«Ο εκλιπών αφήνει το σπίτι στους δύο γιους του εξ ημισείας», διάβασε ψυχρά.
Ένιωσα τα πόδια μου να κόβονται. Ο Νίκος χαμογέλασε θριαμβευτικά.
«Άρα μπορούμε να το πουλήσουμε και να μοιραστούμε τα λεφτά», είπε αμέσως.
«Δεν μπορώ να φύγω από εδώ», ψιθύρισα. «Εδώ μεγάλωσα… Εδώ έζησα με τον πατέρα…»
«Δεν με νοιάζει», απάντησε ψυχρά ο Νίκος. «Θέλω το μερίδιό μου.»
Οι επόμενοι μήνες ήταν εφιάλτης. Ο Νίκος πίεζε συνεχώς να πουλήσουμε το σπίτι. Έφερνε μεσίτες χωρίς να με ρωτήσει, μιλούσε για τιμές και αγοραστές λες και ήμουν αόρατος. Οι γείτονες άρχισαν να ψιθυρίζουν πίσω από την πλάτη μου: «Ο Γιάννης θα μείνει στον δρόμο;»
Κάθε βράδυ έκλαιγα σιωπηλά στο δωμάτιό μου. Ένιωθα προδομένος από όλους — από τον πατέρα μου που δεν σκέφτηκε τι θυσίασα, από τον Νίκο που ενδιαφερόταν μόνο για τα λεφτά, ακόμα κι από τον εαυτό μου που δεν είχα τη δύναμη να αντισταθώ.
Μια μέρα βρήκα τη φωτογραφία της μητέρας μας στο συρτάρι της κουζίνας. Την κοίταξα στα μάτια και ψιθύρισα: «Τι θα έκανες εσύ; Θα άφηνες τον γιο σου στον δρόμο;»
Αποφάσισα να μιλήσω στον Νίκο για τελευταία φορά.
«Σε παρακαλώ, άφησέ με να μείνω εδώ μέχρι να βρω μια λύση», του είπα όταν ήρθε ξανά με έναν μεσίτη.
«Δεν γίνεται, Γιάννη», απάντησε ψυχρά. «Έχω ανάγκη τα λεφτά τώρα.»
«Και εγώ έχω ανάγκη ένα σπίτι!» φώναξα για πρώτη φορά στη ζωή μου τόσο δυνατά που τρόμαξα κι εγώ ο ίδιος.
Ο Νίκος έφυγε χωρίς να πει κουβέντα. Την επόμενη μέρα έλαβα εξώδικο: αν δεν έφευγα σε δύο μήνες, θα προχωρούσε σε δικαστικά μέτρα.
Ένιωθα πως όλα είχαν τελειώσει. Έψαξα για δουλειά παντού — σε καφετέριες, σε σούπερ μάρκετ, ακόμα και σε οικοδομές — αλλά κανείς δεν ήθελε έναν σαραντάρη χωρίς προϋπηρεσία.
Οι φίλοι μου είχαν χαθεί με τα χρόνια. Μόνο η κυρία Μαρία από απέναντι ερχόταν καμιά φορά και μου άφηνε λίγο φαγητό στην πόρτα.
Την τελευταία νύχτα πριν φύγω από το σπίτι, κάθισα στο πάτωμα του σαλονιού και έκλαψα σαν παιδί. Θυμήθηκα τα Χριστούγεννα με τη μητέρα μας, τις Κυριακές που βλέπαμε ποδόσφαιρο με τον πατέρα… Όλα αυτά χάθηκαν για λίγα τετραγωνικά γης.
Σήμερα μένω σε ένα μικρό υπόγειο στα Σεπόλια. Δουλεύω περιστασιακά όπου βρω και προσπαθώ να μαζέψω τα κομμάτια μου. Ο Νίκος πούλησε το σπίτι και εξαφανίστηκε από τη ζωή μου.
Αναρωτιέμαι συχνά: Άξιζε όλη αυτή η θυσία; Τι σημαίνει πραγματικά οικογένεια όταν αυτοί που αγαπάς σε αφήνουν μόνο σου; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;