Η γειτόνισσά μου νομίζει πως θα είμαι πάντα η νταντά της – σήμερα όμως θα πω «φτάνει»!
«Μαρία, σε παρακαλώ, μόνο για δύο ωρίτσες! Ξέρεις πόσο δύσκολα τα βγάζω πέρα…» Η φωνή της Ελένης αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, γεμάτη αγωνία και προσμονή. Κοιτάζω το μικρό της, τον Γιωργάκη, που με κοιτάζει με τα μεγάλα του μάτια, γεμάτα αθωότητα. Πόσες φορές έχω πει «ναι»; Πόσες φορές έχω καταπιεί το δικό μου πρόγραμμα, τις δικές μου ανάγκες, για να βοηθήσω;
Δεν είναι πως δεν αγαπώ τα παιδιά – κάθε άλλο. Αλλά εδώ και μήνες, κάθε φορά που η Ελένη έχει δουλειά, ραντεβού ή απλώς θέλει να ξεκουραστεί, χτυπάει την πόρτα μου. «Μαρία, μόνο για λίγο…» Και πάντα εγώ, με το χαμόγελο, να λέω «φυσικά». Στην αρχή το έβλεπα σαν μια μικρή εξυπηρέτηση. Έπειτα έγινε συνήθεια. Τώρα όμως νιώθω πως έχω γίνει η νταντά της πολυκατοικίας.
Σήμερα ξύπνησα με ένα βάρος στο στήθος. Έχω να πάω στη δουλειά, να ψωνίσω για τη μάνα μου που δεν μπορεί να βγει από το σπίτι, να μαγειρέψω για τον άντρα μου και τα παιδιά μου. Και όμως, η Ελένη χτυπάει την πόρτα μου στις 8 το πρωί. «Σε παρακαλώ, Μαρία…»
«Ελένη, σήμερα δεν μπορώ», της λέω διστακτικά. Η φωνή μου τρέμει. Δεν έχω μάθει να λέω όχι. Με κοιτάζει σαν να την πρόδωσα. «Μα… τι θα κάνω τώρα; Δεν έχεις καρδιά; Ξέρεις πόσο μόνη είμαι!»
Θέλω να ουρλιάξω: «Κι εγώ είμαι μόνη! Κι εγώ έχω ανάγκες!» Αλλά δεν βγαίνει ήχος. Νιώθω ενοχές. Τι είδους άνθρωπος είμαι αν δεν βοηθήσω; Στην Ελλάδα, η γειτονιά είναι οικογένεια – έτσι μας έμαθαν. Αλλά πού τελειώνει η προσφορά και πού αρχίζει η εκμετάλλευση;
Γυρίζω μέσα στο σπίτι σαν θηρίο στο κλουβί. Ο άντρας μου, ο Γιάννης, με βλέπει ανήσυχη. «Τι έγινε πάλι;» ρωτάει.
«Η Ελένη… Πάλι θέλει να κρατήσω τον Γιωργάκη.»
«Και γιατί δεν της λες όχι;»
«Δεν είναι τόσο απλό… Θα θυμώσει, θα με κακολογήσει στη γειτονιά…»
Ο Γιάννης γελάει πικρά. «Όλοι εδώ μέσα ξέρουν πόσο καλή είσαι. Αλλά αν συνεχίσεις έτσι, θα σε πατήσουν κάτω.»
Σκέφτομαι τη μάνα μου, που πάντα έλεγε: «Μαρία μου, να βοηθάς τον κόσμο, αλλά να μην ξεχνάς τον εαυτό σου.» Πόσο δύσκολο είναι αυτό στην πράξη!
Το τηλέφωνο χτυπάει ξανά. Είναι η Ελένη.
«Σε παρακαλώ, Μαρία! Δεν έχω κανέναν άλλον!»
«Ελένη, σήμερα πραγματικά δεν μπορώ», λέω πιο σταθερά αυτή τη φορά.
Ακούω την ανάσα της βαριά στην άλλη άκρη της γραμμής.
«Καλά… Να ξέρεις πως δεν το περίμενα από σένα.» Κλείνει απότομα.
Τα χέρια μου τρέμουν. Νιώθω σαν να έχασα μια μάχη – ή μήπως κέρδισα μια μικρή νίκη για μένα;
Το απόγευμα κατεβαίνω στο μπακάλικο. Η κυρία Σούλα με κοιτάζει περίεργα.
«Τι έγινε με την Ελένη;» ρωτάει με εκείνο το ύφος που ξέρεις ότι κάτι έχει ακούσει.
«Τίποτα… Απλώς σήμερα δεν μπορούσα.»
«Ε, καλά κάνεις! Όλη η πολυκατοικία ξέρει πως σε έχει βρει εύκολη.»
Αισθάνομαι ένα κύμα ντροπής και ανακούφισης μαζί. Δεν είμαι μόνη μου σ’ αυτό.
Το βράδυ κάθεται ολόκληρη η οικογένεια στο τραπέζι. Ο μικρός μου γιος, ο Νίκος, με κοιτάζει:
«Μαμά, γιατί είσαι λυπημένη;»
«Γιατί σήμερα έμαθα κάτι δύσκολο… Πως πρέπει να λέμε όχι όταν δεν αντέχουμε άλλο.»
Ο Γιάννης με αγκαλιάζει σφιχτά.
«Επιτέλους, Μαρία… Ήρθε η ώρα να σκεφτείς και σένα.»
Όμως μέσα μου ακόμα παλεύουν οι φωνές: της Ελένης που νιώθει προδομένη, της μάνας μου που με δίδαξε να βοηθάω, του εαυτού μου που ζητά επιτέλους χώρο.
Την επόμενη μέρα συναντώ την Ελένη στην είσοδο. Με κοιτάζει ψυχρά.
«Καλημέρα», λέω χαμηλόφωνα.
Δεν απαντάει. Προχωράει βιαστικά με τον Γιωργάκη από το χέρι.
Η καρδιά μου σφίγγεται. Μήπως ήμουν σκληρή; Μήπως έπρεπε να κάνω υπομονή ακόμα λίγο;
Το βράδυ σκέφτομαι ξανά και ξανά τη σκηνή στην πόρτα. Θυμάμαι όλες τις φορές που έβαλα τους άλλους πάνω από μένα – όχι μόνο την Ελένη, αλλά και τα αδέρφια μου όταν ήμουν μικρή, τους συναδέλφους στη δουλειά, ακόμα και τον ίδιο τον Γιάννη όταν είχε τις δύσκολες στιγμές του.
Πόσες φορές πρέπει να ξεχνάμε τον εαυτό μας για να είμαστε «καλοί άνθρωποι»; Και ποιος αποφασίζει πότε φτάνει πια;
Αν αύριο ξαναχτυπήσει η πόρτα, τι θα κάνω; Θα αντέξω να κρατήσω τα όριά μου ή θα λυγίσω πάλι μπροστά στην ενοχή;
Ίσως τελικά το πιο δύσκολο πράγμα στη ζωή δεν είναι να βοηθάς τους άλλους – αλλά να βοηθάς τον εαυτό σου χωρίς να νιώθεις τύψεις.
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Είναι δικαίωμα ή εγωισμός να λες «όχι» όταν δεν αντέχεις άλλο;