Πήρα δάνειο για τον γιο μου: Μια μάνα ανάμεσα στην αγάπη και την απόγνωση
«Μάνα, σε παρακαλώ, δεν έχω που αλλού να στραφώ…»
Η φωνή του Νίκου έτρεμε στο τηλέφωνο. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, και το φως της κουζίνας έπεφτε πάνω στα χέρια μου που έτριβαν νευρικά το τραπεζομάντηλο. Ο άντρας μου, ο Στέλιος, κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο, ανυποψίαστος για τη θύελλα που ερχόταν. Ο Νίκος, το παιδί μου, ο γιος που μεγάλωσα με τόσες στερήσεις στα Πατήσια, ζητούσε βοήθεια. «Μάνα, αν δεν πληρώσω αύριο, θα έχω μπλεξίματα…»
Δεν ρώτησα πολλά. Η καρδιά της μάνας δεν αντέχει να βλέπει το παιδί της να πονάει. Την επόμενη μέρα, πήγα στην τράπεζα της γειτονιάς. Ο υπάλληλος με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που έχουν όσοι ξέρουν πως δεν θα πάρεις ποτέ πίσω αυτά που δίνεις. «Είστε σίγουρη, κυρία Μαρία;» με ρώτησε. «Το ποσό είναι μεγάλο.»
«Για το παιδί μου τα κάνω όλα», απάντησα.
Υπέγραψα τα χαρτιά με χέρια που έτρεμαν. Ένιωθα σαν να πνίγομαι, αλλά η ελπίδα πως θα βοηθήσω τον Νίκο ήταν πιο δυνατή από τον φόβο. Όταν του έδωσα τα χρήματα, με αγκάλιασε σφιχτά. «Θα στα επιστρέψω, στο υπόσχομαι», ψιθύρισε.
Τις επόμενες εβδομάδες, ο Νίκος φαινόταν καλύτερα. Ερχόταν πιο συχνά στο σπίτι, έτρωγε μαζί μας, γελούσε με τον πατέρα του. Ένιωθα πως είχα κάνει το σωστό. Ώσπου ένα βράδυ, χτύπησε το τηλέφωνο.
«Κυρία Μαρία; Εδώ ο κύριος Παπαδόπουλος από την τράπεζα. Η δόση σας καθυστέρησε.»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Ο Νίκος είχε πει πως θα με βοηθούσε με τις δόσεις. Τον πήρα αμέσως τηλέφωνο.
«Νίκο, τι γίνεται; Δεν μπήκαν τα λεφτά;»
Σιωπή στην άλλη άκρη της γραμμής. Μετά, μια φωνή σχεδόν ξένη: «Μάνα… δεν τα κατάφερα. Τα έχασα όλα.»
«Τι εννοείς; Πού πήγαν τα λεφτά;»
«Μάνα… ήταν χρέη από τον τζόγο. Προσπάθησα να τα διπλασιάσω για να σε ξεχρεώσω… αλλά…»
Ένιωσα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Ο Στέλιος ήρθε τρέχοντας στο δωμάτιο.
«Τι έγινε;»
Δεν ήξερα τι να του πω. Πώς να του εξηγήσω ότι το παιδί μας είχε μπλέξει με τον τζόγο; Ότι εγώ, η μάνα του, του έδωσα τα μέσα να συνεχίσει; Για μέρες δεν μιλούσαμε πολύ στο σπίτι. Ο Στέλιος ήταν θυμωμένος μαζί μου.
«Γιατί δεν μου είπες τίποτα; Πάντα τον καλύπτεις! Πάντα!»
«Είναι το παιδί μας!» φώναξα με δάκρυα στα μάτια.
«Δεν είναι πια παιδί! Είναι άντρας! Και πρέπει να μάθει να πληρώνει τις συνέπειες!»
Οι μέρες περνούσαν βαριές. Η τράπεζα πίεζε για τις δόσεις. Εγώ δούλευα διπλοβάρδιες στο καθαριστήριο της κυρίας Ελένης για να μαζέψω ό,τι μπορούσα. Ο Νίκος εξαφανισμένος. Μόνο η μικρή μου κόρη, η Ειρήνη, ερχόταν κάθε τόσο να με αγκαλιάσει.
«Μαμά, μην κλαις άλλο…»
«Πώς να μην κλαίω, παιδί μου; Πού έκανα λάθος;»
Η Ειρήνη με κοίταξε στα μάτια: «Δεν φταις εσύ για όλα.»
Αλλά εγώ ένιωθα πως φταίω για όλα. Θυμόμουν τα χρόνια που ο Νίκος ήταν μικρός και του έδινα πάντα κάτι παραπάνω από την Ειρήνη – ένα παγωτό, ένα χαρτζιλίκι παραπάνω – γιατί ήταν ο μεγάλος, γιατί ήθελα να τον δω ευτυχισμένο. Μήπως έτσι τον έμαθα να ζητάει χωρίς να σκέφτεται τις συνέπειες;
Ένα βράδυ, ο Νίκος γύρισε σπίτι. Ήταν αδύνατος, αξύριστος, τα μάτια του κόκκινα.
«Μάνα… συγγνώμη.»
Τον κοίταξα χωρίς να ξέρω αν πρέπει να τον αγκαλιάσω ή να του φωνάξω.
«Τι θα γίνει τώρα;» ρώτησε ο Στέλιος ψυχρά.
Ο Νίκος κατέβασε το κεφάλι.
«Θέλω να προσπαθήσω… Να βρω δουλειά… Να σας βοηθήσω.»
Ο Στέλιος γέλασε πικρά.
«Τώρα το θυμήθηκες; Όταν η μάνα σου σήκωσε όλο το βάρος μόνη της;»
Εγώ όμως ήθελα να πιστέψω στο παιδί μου. Τον πήρα αγκαλιά κι ας έκλαιγε σαν μικρό παιδί.
Οι μήνες πέρασαν δύσκολα. Ο Νίκος βρήκε δουλειά σε ένα καφέ στην Ομόνοια. Έφερνε λίγα χρήματα στο σπίτι και βοηθούσε όσο μπορούσε. Αλλά η σχέση μας είχε αλλάξει για πάντα. Ο Στέλιος δεν του μιλούσε πολύ. Η Ειρήνη κρατούσε αποστάσεις.
Ένα βράδυ, καθώς καθόμουν μόνη στην κουζίνα και πλήρωνα άλλη μια δόση στην τράπεζα από το κινητό μου, αναρωτήθηκα:
«Άξιζε τελικά αυτή η θυσία; Μήπως η αγάπη της μάνας πρέπει καμιά φορά να λέει “όχι”;»
Και εσείς; Θα κάνατε το ίδιο στη θέση μου ή θα αφήνατε το παιδί σας να μάθει με τον δύσκολο τρόπο;