Γύρισα νωρίτερα από τη δουλειά και άκουσα γέλια στην κουζίνα. Δεν ήταν ο άντρας μου, ούτε τα παιδιά – μόνο μια ξένη γυναίκα στο τραπέζι.
«Μαρία, πότε θα σταματήσεις να με ελέγχεις;» Η φωνή του Νίκου αντηχούσε ακόμα στο μυαλό μου, παρόλο που το διαμέρισμα ήταν βουβό όταν έβαλα το κλειδί στην πόρτα. Είχα φύγει νωρίτερα από τη δουλειά, με μια περίεργη ανησυχία να με τρώει. Ήταν Τρίτη, μια μέρα σαν όλες τις άλλες, αλλά κάτι μέσα μου φώναζε πως σήμερα δεν ήταν.
Άνοιξα την πόρτα αθόρυβα. Η μυρωδιά του φρεσκοκομμένου καφέ με χτύπησε πρώτη. Και μετά, ο ήχος: ένα γέλιο. Ξένο, δυνατό, σχεδόν προκλητικό. Δεν ήταν η φωνή της κόρης μου, της Ελένης, ούτε του γιου μου, του Πέτρου. Και σίγουρα δεν ήταν η δική μου.
Στάθηκα ακίνητη στο διάδρομο, με το χέρι ακόμα στην τσάντα. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που φοβήθηκα πως θα με ακούσουν. Έκανα ένα βήμα προς την κουζίνα και τότε είδα τη σκιά της – μια γυναίκα, γύρω στα σαράντα, με μακριά μαλλιά και έντονο κραγιόν. Καθόταν απέναντι από τον Νίκο στο τραπέζι μας, εκεί που κάθε βράδυ τρώγαμε όλοι μαζί.
«Α, γύρισες νωρίς!» είπε ο Νίκος, προσπαθώντας να κρύψει την αμηχανία του πίσω από ένα ψεύτικο χαμόγελο.
Η γυναίκα σηκώθηκε αργά, με ένα βλέμμα που με ζύγιζε από πάνω μέχρι κάτω. «Γεια σας, είμαι η Κατερίνα… φίλη του Νίκου από τη δουλειά.»
Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Φίλη; Από πότε φέρνεις φίλες στο σπίτι χωρίς να με ρωτήσεις;»
Ο Νίκος σηκώθηκε βιαστικά. «Μαρία, μην κάνεις σκηνή… Ήρθαμε απλώς να συζητήσουμε για ένα project.»
Η Κατερίνα χαμογέλασε ειρωνικά. «Δεν θέλω να φέρω αναστάτωση. Μπορώ να φύγω αν θες.»
Ήθελα να ουρλιάξω. Να πετάξω το φλιτζάνι που κρατούσε στα χέρια της στον τοίχο. Αντί γι’ αυτό, έμεινα ακίνητη, σαν άγαλμα. «Όχι, μείνε. Θέλω να ακούσω τι έχετε να πείτε.»
Η ατμόσφαιρα πάγωσε. Ο Νίκος άρχισε να μιλάει για δουλειές, για παρουσιάσεις και deadlines, αλλά τα μάτια του απέφευγαν τα δικά μου. Η Κατερίνα έπαιζε με τα μαλλιά της και χαμογελούσε σαν να ήξερε κάτι που εγώ αγνοούσα.
Όταν τελικά έφυγε, το σπίτι γέμισε σιωπή. Ο Νίκος πήγε στο σαλόνι και άνοιξε την τηλεόραση. Εγώ πήγα στο δωμάτιο των παιδιών – άδειο κι αυτό. Κάθισα στο κρεβάτι της Ελένης και άρχισα να κλαίω σιωπηλά.
Τις επόμενες μέρες όλα άλλαξαν. Ο Νίκος ήταν ψυχρός, απόμακρος. Τα παιδιά παρατηρούσαν την ένταση αλλά δεν μιλούσαν. Η μητέρα μου με πήρε τηλέφωνο: «Τι έχεις Μαρία; Η φωνή σου είναι αλλιώτικη.» Δεν ήξερα τι να της πω.
Ένα βράδυ, καθώς έστρωνα το τραπέζι, ο Πέτρος με ρώτησε: «Μαμά, γιατί δεν γελάτε πια με τον μπαμπά;» Ένιωσα ένα μαχαίρι στην καρδιά.
«Μερικές φορές οι μεγάλοι έχουν προβλήματα στη δουλειά», απάντησα ψέματα.
Η Ελένη με κοίταξε στα μάτια: «Είναι για εκείνη τη γυναίκα που ήρθε;»
Δεν απάντησα. Δεν μπορούσα.
Το Σάββατο πήγα στη λαϊκή αγορά μόνη μου. Οι μυρωδιές των φρούτων και οι φωνές των μανάβηδων με ζάλισαν. Εκεί συνάντησα τη φίλη μου τη Σοφία.
«Τι έχεις;» με ρώτησε αμέσως.
Της τα είπα όλα. Για τη σκηνή στην κουζίνα, για τη σιωπή του Νίκου, για τα παιδιά που καταλάβαιναν περισσότερα απ’ όσα νόμιζα.
«Μαρία, πρέπει να μιλήσεις μαζί του ανοιχτά», είπε η Σοφία. «Δεν μπορείς να ζεις έτσι.»
Το ίδιο βράδυ περίμενα τον Νίκο να γυρίσει από τη δουλειά. Κάθισα απέναντί του στο τραπέζι.
«Θέλω να ξέρω την αλήθεια», του είπα ήρεμα αλλά αποφασιστικά.
Εκείνος κατέβασε το βλέμμα. «Δεν είναι αυτό που νομίζεις…»
«Τότε τι είναι; Γιατί νιώθω ξένη στο ίδιο μου το σπίτι;»
Σηκώθηκε απότομα. «Δεν αντέχω άλλο αυτή την πίεση! Όλα εδώ μέσα είναι πνιγηρά! Εσύ… τα παιδιά… η ρουτίνα!»
Έμεινα άφωνη. «Δηλαδή εγώ φταίω;»
«Δεν ξέρω ποιος φταίει! Απλώς… χρειάζομαι χώρο.»
Έφυγε από το σπίτι εκείνο το βράδυ. Τα παιδιά ξύπνησαν από τις φωνές μας και ήρθαν τρέχοντας στο σαλόνι.
«Πού πάει ο μπαμπάς;» ρώτησε η Ελένη τρέμοντας.
Τους πήρα αγκαλιά και τους υποσχέθηκα ότι όλα θα πάνε καλά – χωρίς να το πιστεύω ούτε εγώ η ίδια.
Οι μέρες περνούσαν βασανιστικά αργά. Ο Νίκος δεν επέστρεψε για μέρες. Η μητέρα μου ήρθε σπίτι να με βοηθήσει με τα παιδιά.
«Μην αφήσεις κανέναν να σε κάνει να νιώθεις λίγη», μου είπε αυστηρά.
Ένα βράδυ ο Νίκος γύρισε. Ήταν κουρασμένος, αξύριστος, σαν άλλος άνθρωπος.
«Συγγνώμη», ψιθύρισε. «Δεν ξέρω τι θέλω…»
Τον κοίταξα στα μάτια και κατάλαβα ότι τίποτα δεν θα ήταν ποτέ όπως πριν. Η εμπιστοσύνη είχε χαθεί.
«Θέλω μόνο να είμαστε ειλικρινείς», του είπα. «Αν δεν θες πια αυτή τη ζωή, πες το.»
Κούνησε το κεφάλι του αρνητικά και έφυγε ξανά χωρίς λέξη.
Τα παιδιά έκλαιγαν τα βράδια. Η Ελένη δεν ήθελε να πάει σχολείο. Ο Πέτρος έκλεινε τον εαυτό του στο δωμάτιό του.
Έπρεπε να βρω δύναμη για όλους μας.
Άρχισα να δουλεύω περισσότερες ώρες, να γεμίζω το χρόνο μου με ό,τι μπορούσα – μαθήματα αγγλικών στα παιδιά της γειτονιάς, εθελοντισμό στο κοινωνικό παντοπωλείο.
Σιγά σιγά άρχισα να βρίσκω ξανά τον εαυτό μου μέσα στη μοναξιά και τον πόνο.
Ο Νίκος επέστρεψε μετά από δύο μήνες και ζήτησε συγχώρεση – όχι μόνο από μένα αλλά κι από τα παιδιά.
Δεν ξέρω αν μπορώ ποτέ πραγματικά να τον συγχωρήσω ή αν αξίζει μια δεύτερη ευκαιρία.
Αλλά αυτό που έμαθα είναι πως καμία γυναίκα δεν πρέπει να χάνει τον εαυτό της για χάρη κανενός.
Και τώρα αναρωτιέμαι: Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα δίνατε μια δεύτερη ευκαιρία ή θα προχωρούσατε μπροστά μόνη σας;