«Στο σπίτι μου ο άντρας μου είναι δύσκολος, στη μάνα του τρώει τα πάντα» – Η ιστορία μιας Ελληνίδας συζύγου που παλεύει με τα διπλά μέτρα και σταθμά
«Πάλι φακές; Δεν βαρέθηκες να μαγειρεύεις τα ίδια και τα ίδια;» Η φωνή του Νίκου αντηχεί στην κουζίνα, γεμάτη απογοήτευση και μια δόση ειρωνείας. Κρατάει το πιάτο του με τα δυο δάχτυλα, λες και του σέρβιρα δηλητήριο. Τα μάτια του με κοιτούν επικριτικά, σαν να φταίω εγώ που το ψυγείο είναι άδειο στο τέλος του μήνα.
«Νίκο, τι ήθελες να φτιάξω; Τα οικονομικά μας δεν επιτρέπουν κάθε μέρα κρέας. Και οι φακές είναι υγιεινές», απαντώ προσπαθώντας να συγκρατήσω τη φωνή μου. Μέσα μου βράζω. Δεν είναι η πρώτη φορά που ακούω τέτοια λόγια. Κάθε φορά που μαγειρεύω κάτι απλό, κάτι παραδοσιακό, ο Νίκος γκρινιάζει. Ποτέ δεν είναι αρκετά καλό.
Το χειρότερο όμως δεν είναι αυτό. Το χειρότερο είναι όταν πηγαίνουμε στη μάνα του, την κυρία Ελένη. Εκεί, ο Νίκος μεταμορφώνεται. Καταβροχθίζει τα γεμιστά της, γλείφει τα δάχτυλά του με το παστίτσιο, ζητάει δεύτερο πιάτο από το κοκκινιστό. «Μάνα, τι χρυσοχέρα είσαι! Τέτοιο φαγητό δεν βρίσκεις πουθενά!» λέει δυνατά, κοιτώντας με πλάγια, λες και θέλει να με πικάρει.
Η κυρία Ελένη χαμογελάει αυτάρεσκα. «Ε, Μαρία μου, η εμπειρία μετράει. Θα μάθεις κι εσύ σιγά σιγά», μου λέει με εκείνο το γλυκόπικρο ύφος που μόνο οι Ελληνίδες πεθερές ξέρουν να φορούν. Νιώθω μικρή, άχρηστη, σαν να μην αξίζω τίποτα.
Το βράδυ, όταν γυρίζουμε σπίτι, ο Νίκος κάθεται στον καναπέ και ανοίγει την τηλεόραση. Εγώ μαζεύω τα πιάτα από το τραπέζι και σκέφτομαι: γιατί δεν μπορώ να τον ευχαριστήσω; Γιατί στη μάνα του είναι πάντα ευχαριστημένος κι εγώ πάντα αποτυγχάνω;
Μια μέρα, μετά από έναν ακόμα καυγά για το φαγητό, αποφασίζω να μιλήσω ανοιχτά. «Νίκο, γιατί στη μάνα σου τρως τα πάντα και στο σπίτι μας τίποτα δεν σου αρέσει;»
Με κοιτάζει ξαφνιασμένος. «Εκείνη ξέρει να μαγειρεύει. Εσύ ακόμα μαθαίνεις.»
«Δηλαδή ποτέ δεν θα σου αρέσει τίποτα από αυτά που φτιάχνω;»
Σηκώνει τους ώμους αδιάφορα. «Δεν ξέρω… Ίσως αν προσπαθήσεις λίγο παραπάνω.»
Τα λόγια του με πληγώνουν βαθιά. Θυμάμαι τη μάνα μου να μου λέει μικρή: «Στον άντρα σου πρέπει να είσαι υπομονετική. Οι άντρες έτσι είναι.» Αλλά εγώ δεν αντέχω άλλο αυτή τη σύγκριση.
Την επόμενη Κυριακή, η κυρία Ελένη μας καλεί για φαγητό. Το τραπέζι γεμάτο: γεμιστά, παστίτσιο, αρνάκι στο φούρνο, σαλάτες. Ο Νίκος τρώει με όρεξη και γελάει δυνατά. Εγώ κάθομαι σιωπηλή στη γωνία.
Ξαφνικά η πεθερά μου γυρίζει σε μένα: «Μαρία μου, πότε θα μας κάνεις κι εσύ τέτοια φαγητά;»
«Όταν θα έχω χρόνο και χρήματα όπως εσείς», απαντώ χωρίς να το σκεφτώ πολύ.
Η ατμόσφαιρα παγώνει για λίγο. Ο Νίκος με κοιτάζει αυστηρά. Η κυρία Ελένη χαμογελάει αμήχανα.
Το βράδυ στο σπίτι ξεσπάει καυγάς.
«Γιατί μίλησες έτσι στη μάνα μου;»
«Γιατί κουράστηκα να με συγκρίνετε συνέχεια! Δεν είμαι η μάνα σου και δεν θέλω να γίνω!»
«Αν δεν σου αρέσει, ξέρεις που είναι η πόρτα», λέει ψυχρά.
Τα λόγια του με διαλύουν. Περνάω τη νύχτα ξάγρυπνη στον καναπέ. Σκέφτομαι τη ζωή μου: Τι θυσίες έχω κάνει για αυτόν τον γάμο; Πόσες φορές έχω καταπιεί τον εγωισμό μου για να μην χαλάσω το κλίμα;
Τις επόμενες μέρες η ένταση συνεχίζεται. Ο Νίκος γίνεται όλο και πιο απόμακρος. Εγώ προσπαθώ να κρατήσω το σπίτι καθαρό, να μαγειρεύω καλύτερα, αλλά τίποτα δεν φαίνεται αρκετό.
Μια μέρα έρχεται η φίλη μου η Σοφία για καφέ.
«Μαρία, γιατί το ανέχεσαι αυτό;» με ρωτάει.
«Γιατί φοβάμαι… Μην διαλυθεί ο γάμος μου. Μην πούνε οι συγγενείς ότι απέτυχα.»
Η Σοφία με κοιτάζει στα μάτια: «Και η δική σου ευτυχία; Δεν αξίζεις κι εσύ λίγη αγάπη και σεβασμό;»
Τα λόγια της με ταρακουνούν. Εκείνο το βράδυ αποφασίζω να μιλήσω ξανά στον Νίκο.
«Νίκο, θέλω να μιλήσουμε σοβαρά.»
«Τι πάλι;»
«Δεν αντέχω άλλο αυτή τη σύγκριση με τη μάνα σου. Θέλω να προσπαθήσουμε μαζί για τον γάμο μας ή…»
Με διακόπτει: «Ή τι; Θα φύγεις;»
«Ίσως πρέπει να φύγω αν δεν αλλάξει τίποτα.»
Για πρώτη φορά βλέπω φόβο στα μάτια του. Δεν μιλάει για λίγα λεπτά.
«Δεν ήξερα ότι σε πληγώνω τόσο», λέει τελικά χαμηλόφωνα.
«Με πληγώνεις κάθε μέρα», του απαντώ.
Από εκείνη τη μέρα κάτι αλλάζει ανάμεσά μας. Ο Νίκος αρχίζει να προσπαθεί λίγο περισσότερο. Δεν σταμάτησε εντελώς τις παρατηρήσεις, αλλά πλέον λέει και ένα «ευχαριστώ». Κάποιες φορές βοηθάει στην κουζίνα ή προτείνει να παραγγείλουμε απ’ έξω όταν βλέπει ότι είμαι κουρασμένη.
Η σχέση μας δεν έγινε τέλεια από τη μια μέρα στην άλλη. Αλλά έμαθα ότι πρέπει να διεκδικώ τον σεβασμό που αξίζω.
Σκέφτομαι συχνά: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν παρόμοιες καταστάσεις; Πόσες φοβούνται να μιλήσουν ή νιώθουν ότι πρέπει πάντα να αποδεικνύουν την αξία τους;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα αντέχατε ή θα φεύγατε;