Αγωνία για τον γιο μου: Η διαθήκη του άντρα μου και η οικογένεια που μας διχάζει
«Μαμά, γιατί φωνάζει η θεία Ελένη;» Η φωνή του μικρού μου Πέτρου τρέμει, τα μάτια του γεμάτα φόβο. Κλείνω τα μάτια μου για μια στιγμή, προσπαθώντας να μαζέψω το κουράγιο που μου έχει απομείνει. Από τότε που ο Ανδρέας έφυγε ξαφνικά από τη ζωή μας, τίποτα δεν είναι ίδιο. Το σπίτι μας, που κάποτε ήταν γεμάτο γέλια και μυρωδιές από φρεσκοψημένο ψωμί, τώρα πνίγεται στη σιωπή και τις ψιθύρους.
Η διαθήκη του Ανδρέα άφησε σε μένα και τον Πέτρο όλη την περιουσία: το σπίτι στο Παγκράτι, το εξοχικό στην Αίγινα, ένα μικρό αλλά σημαντικό ποσό στην τράπεζα. Δεν είχαμε ποτέ πολλά, αλλά αυτά που είχαμε τα φτιάξαμε με κόπο και αγάπη. Όμως, η οικογένεια του Ανδρέα – η πεθερά μου, η κυρία Μαρία, και η αδελφή του, η Ελένη – δεν το δέχτηκαν ποτέ. Από την πρώτη μέρα της κηδείας, ένιωθα τα βλέμματά τους να με καίνε.
«Δεν είναι σωστό! Εμείς είμαστε αίμα του! Εσύ ήσουν απλώς η γυναίκα του!» φώναξε η Ελένη ένα βράδυ, όταν ήρθε απρόσκλητη στο σπίτι. Ο Πέτρος κρυβόταν πίσω από την πόρτα της κουζίνας. Η Μαρία, πιο ψύχραιμη αλλά εξίσου σκληρή, με κοίταξε στα μάτια: «Σκέψου το παιδί σου. Μην τον βάλεις στη μέση αυτής της διαμάχης.»
Πώς να μην τον βάλω; Όλα γίνονται γι’ αυτόν. Κάθε μέρα ξυπνάω με τον φόβο ότι κάποιος θα χτυπήσει την πόρτα και θα απαιτήσει κάτι που δεν του ανήκει. Οι συγγενείς του Ανδρέα άρχισαν να διαδίδουν φήμες στη γειτονιά: ότι εγώ φταίω για τον θάνατό του, ότι τον πίεζα για να μου αφήσει τα πάντα. Ακόμα και οι δικοί μου γονείς άρχισαν να αμφιβάλλουν.
«Μήπως να τα μοιραστείς;» μου είπε μια μέρα η μητέρα μου. «Για να ησυχάσεις. Δεν αντέχω να σε βλέπω έτσι.» Την κοίταξα με απορία και πίκρα. «Μάνα, αυτά είναι του Πέτρου. Δεν θα αφήσω κανέναν να του τα πάρει.»
Οι μέρες περνούσαν με απειλές και δικηγόρους. Η Ελένη έστειλε εξώδικο: ζητούσε το μισό εξοχικό, λέγοντας πως ο Ανδρέας της το είχε υποσχεθεί προφορικά. Ο δικηγόρος μου, ο κύριος Παπαδόπουλος, με συμβούλεψε να μην υποχωρήσω. «Η διαθήκη είναι ξεκάθαρη. Αλλά να ξέρεις, θα το τραβήξουν μέχρι τέλους.»
Τα βράδια, όταν ο Πέτρος κοιμάται, κάθομαι μόνη στην κουζίνα και κοιτάζω τις φωτογραφίες μας. Ο Ανδρέας χαμογελάει σε κάθε μία. Θυμάμαι τις Κυριακές που πηγαίναμε βόλτα στη Βουλιαγμένη, τα καλοκαίρια στην Αίγινα, τις ώρες που παίζαμε επιτραπέζια με τον Πέτρο στο σαλόνι. Τώρα όλα μοιάζουν μακρινά.
Ένα απόγευμα, καθώς γύριζα από τη δουλειά – δουλεύω ταμίας σε σούπερ μάρκετ – βρήκα τη Μαρία να περιμένει στην είσοδο της πολυκατοικίας. «Θέλω να δω τον εγγονό μου,» είπε ψυχρά. «Δεν θα τον στερήσεις κι αυτόν.» Της άνοιξα την πόρτα χωρίς λέξη. Ο Πέτρος έτρεξε στην αγκαλιά της – πάντα την αγαπούσε. Τους άφησα μόνους στο σαλόνι κι άκουγα από την κουζίνα:
«Η μαμά σου είναι καλή;»
«Ναι, γιαγιά.»
«Σε αγαπάει;»
«Πολύ.»
Ένιωσα ένα δάκρυ να κυλάει στο μάγουλό μου. Ήξερα πως η Μαρία ήθελε το καλό του Πέτρου – αλλά ήθελε και την περιουσία.
Οι μήνες περνούσαν και η ένταση μεγάλωνε. Η Ελένη έφτασε στο σημείο να απειλήσει πως θα πάρει τον Πέτρο μακριά μου αν δεν της δώσω το εξοχικό. «Θα πω πως δεν είσαι καλή μητέρα! Θα σε καταγγείλω!» φώναξε μια μέρα στο τηλέφωνο.
Έτρεμα ολόκληρη. Πώς μπορεί μια οικογένεια να γίνεται τόσο σκληρή; Πώς μπορεί το χρήμα να διαλύει δεσμούς χρόνων;
Στη δουλειά δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ. Οι συνάδελφοι ψιθύριζαν πίσω από την πλάτη μου – κάποιοι είχαν ακούσει τις φήμες. Ένιωθα μόνη, προδομένη από όλους.
Ένα βράδυ ο Πέτρος με ρώτησε: «Μαμά, θα φύγουμε από το σπίτι μας;» Τον πήρα αγκαλιά και του υποσχέθηκα πως δεν θα αφήσω κανέναν να μας χωρίσει.
Η δίκη πλησίαζε. Ο δικηγόρος της Ελένης παρουσίασε μάρτυρες – φίλους της οικογένειας που δήθεν είχαν ακούσει τον Ανδρέα να υπόσχεται το εξοχικό στην αδελφή του. Ο Παπαδόπουλος πάλευε με νύχια και με δόντια.
Την παραμονή της δίκης δεν κοιμήθηκα καθόλου. Σκεφτόμουν τον Ανδρέα – τι θα έκανε στη θέση μου; Θα υποχωρούσε για χάρη της ειρήνης ή θα πάλευε για το δίκιο;
Στο δικαστήριο η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη. Η Μαρία απέφευγε να με κοιτάξει στα μάτια. Η Ελένη με κοίταζε με μίσος.
Όταν ο δικαστής ανακοίνωσε την απόφαση – ότι η διαθήκη ισχύει και όλα ανήκουν σε μένα και τον Πέτρο – ένιωσα ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου. Αλλά ταυτόχρονα ένιωσα και μια απέραντη θλίψη: τίποτα πια δεν θα ήταν όπως πριν.
Γυρίσαμε σπίτι αργά το απόγευμα. Ο Πέτρος έτρεξε στο δωμάτιό του και αγκάλιασε το αγαπημένο του αρκουδάκι.
Κάθισα μόνη στο σαλόνι και κοίταξα έξω από το παράθυρο τη νύχτα της Αθήνας.
Άξιζε όλη αυτή η μάχη; Θα μπορέσουμε ποτέ να ξαναβρούμε την ηρεμία μας;
Πείτε μου εσείς: τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα παλεύατε για το δίκιο ή θα θυσιάζατε τα πάντα για λίγη ειρήνη;