«Μαμά, χρειάζομαι λεφτά»: Όταν η αγάπη γίνεται αριθμός στον λογαριασμό
«Μαμά, μπορείς να μου βάλεις 200 ευρώ;»
Η φωνή της Σοφίας ακούγεται βιαστική, σχεδόν αδιάφορη. Δεν με ρωτάει πώς είμαι, δεν με ρωτάει αν έχω φάει ή αν κοιμήθηκα καλά. Μόνο το ποσό. Πάντα ένα ποσό. Κάθε φορά που βλέπω το όνομά της στην οθόνη του κινητού μου, η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, γεμάτη ελπίδα. Ίσως αυτή τη φορά να θέλει να μιλήσουμε για κάτι άλλο. Ίσως να μου πει για τη ζωή της στην Αθήνα, για τη δουλειά της στο γραφείο, για τον καινούριο της φίλο. Αλλά όχι. Πάντα το ίδιο: «Μαμά, χρειάζομαι λεφτά.»
«Σοφία μου, όλα καλά;» προσπαθώ να ρωτήσω, να κρατήσω λίγο παραπάνω τη συνομιλία.
«Ναι, μαμά, απλά είναι δύσκολα αυτόν τον μήνα. Θα μου τα βάλεις;»
Κλείνει το τηλέφωνο πριν προλάβω να ρωτήσω τίποτα άλλο. Μένω με το ακουστικό στο χέρι, με μια αίσθηση κενού. Ο άντρας μου, ο Νίκος, με κοιτάζει από το τραπέζι της κουζίνας.
«Πάλι τα ίδια;» λέει με πίκρα. «Δεν καταλαβαίνει ότι δεν έχουμε κι εμείς;»
Τον κοιτάζω και νιώθω ενοχές. Πάντα ήμουν αυτή που έλεγε «είναι παιδί μας, πρέπει να βοηθήσουμε». Αλλά τώρα πια δεν ξέρω αν βοηθάμε ή αν απλώς συντηρούμε μια κατάσταση που μας πληγώνει όλους.
Θυμάμαι την πρώτη φορά που η Σοφία έφυγε από το σπίτι για να σπουδάσει στη Θεσσαλονίκη. Την αγκαλιά της στην αποβάθρα του τρένου, τα δάκρυα στα μάτια της – και στα δικά μου. Τότε μιλούσαμε κάθε μέρα. Μου έλεγε τα πάντα: για τις φίλες της, για τις εξετάσεις, για τα όνειρά της. Τώρα μοιάζει σαν να έχει χαθεί κάπου ανάμεσα σε αριθμούς λογαριασμών και μηνύματα στο viber.
Το βράδυ, όταν ο Νίκος κοιμάται, κάθομαι μόνη στην κουζίνα και σκέφτομαι τι πήγε στραβά. Μήπως φταίξαμε εμείς; Της δώσαμε πολλά; Δεν της μάθαμε ποτέ να παλεύει μόνη της; Ή μήπως είναι η εποχή; Όλοι οι νέοι σήμερα δυσκολεύονται. Οι δουλειές λίγες, τα ενοίκια στα ύψη. Αλλά γιατί μόνο για τα λεφτά θυμάται να με πάρει;
Την επόμενη μέρα αποφασίζω να μην της βάλω τα χρήματα αμέσως. Της στέλνω μήνυμα: «Σοφία μου, θέλω να μιλήσουμε πρώτα. Μου λείπεις.»
Δεν απαντάει. Περνάνε ώρες. Το κινητό μου μένει σιωπηλό. Ο Νίκος με βλέπει ανήσυχη.
«Άστην», μου λέει. «Αν θέλει κάτι παραπάνω από λεφτά, θα σε πάρει.»
Αλλά εγώ δεν μπορώ να ησυχάσω. Θυμάμαι τα καλοκαίρια στο χωριό, όταν τρέχαμε μαζί στα χωράφια, όταν γελούσε με την καρδιά της. Πού πήγε εκείνο το κορίτσι;
Το βράδυ χτυπάει το τηλέφωνο.
«Μαμά, γιατί δεν μου έβαλες τα λεφτά;»
Η φωνή της είναι ψυχρή.
«Σοφία μου, θέλω να σε ακούσω λίγο. Να μιλήσουμε σαν παλιά.»
Ακούγεται ένα αναστεναγμός.
«Δεν έχω χρόνο τώρα, μαμά. Έχω δουλειά.»
«Έχεις φάει; Είσαι καλά;»
«Καλά είμαι! Απλά… χρειάζομαι τα λεφτά.»
Κλείνει πάλι απότομα.
Ο Νίκος σηκώνεται από τον καναπέ.
«Δεν πάει άλλο έτσι», λέει αυστηρά. «Πρέπει να της μιλήσουμε ξεκάθαρα.»
Αποφασίζουμε να πάμε στην Αθήνα το Σαββατοκύριακο. Της το λέω και ακούγεται ενοχλημένη.
«Τι θα έρθετε να κάνετε; Δεν έχω χρόνο.»
«Θέλουμε να σε δούμε», επιμένω.
Το Σάββατο φτάνουμε στο μικρό διαμέρισμά της στα Πατήσια. Η πόρτα ανοίγει διστακτικά. Η Σοφία φαίνεται κουρασμένη, νευρική.
«Μπείτε γρήγορα», λέει χαμηλόφωνα.
Μέσα επικρατεί χάος: άπλυτα πιάτα, ρούχα παντού, ένα τασάκι γεμάτο αποτσίγαρα.
«Σοφία… τι συμβαίνει;» ρωτάει ο Νίκος ήρεμα.
Εκείνη κάθεται στον καναπέ και ανάβει τσιγάρο.
«Δεν καταλαβαίνετε πόσο δύσκολα είναι εδώ», λέει ξαφνικά με σπασμένη φωνή. «Η δουλειά δεν φτάνει ούτε για το νοίκι. Οι φίλοι όλοι φεύγουν εξωτερικό ή μένουν με τους γονείς τους. Εγώ ντρέπομαι να γυρίσω πίσω στο χωριό.»
Την πλησιάζω και της πιάνω το χέρι.
«Δεν θέλουμε τα λεφτά μας πίσω, Σοφία μου», της λέω απαλά. «Θέλουμε εσένα πίσω.»
Τα μάτια της γεμίζουν δάκρυα.
«Νιώθω ότι σας απογοήτευσα», ψιθυρίζει.
Ο Νίκος κάθεται δίπλα της.
«Δεν μας απογοήτευσες ποτέ», της λέει τρυφερά. «Αλλά πρέπει να μάθεις να ζητάς βοήθεια και για άλλα πράγματα – όχι μόνο για λεφτά.»
Η Σοφία μένει σιωπηλή για λίγο.
«Φοβάμαι», λέει τελικά. «Φοβάμαι ότι αν σας πω πόσο χάλια είμαι, θα στενοχωρηθείτε.»
Την αγκαλιάζω σφιχτά.
«Προτιμώ χίλιες φορές να ξέρω την αλήθεια σου παρά να νιώθω ότι είσαι ξένη.»
Εκείνο το βράδυ μένουμε μαζί στο μικρό διαμέρισμα. Μαγειρεύουμε μακαρόνια με ό,τι έχει στο ψυγείο και γελάμε όπως παλιά. Η Σοφία αρχίζει δειλά-δειλά να μας μιλάει για τις δυσκολίες της: για το αφεντικό που την εκμεταλλεύεται, για τις φίλες που χάθηκαν, για τη μοναξιά στην πόλη.
Όταν φεύγουμε την Κυριακή, η Σοφία μας αγκαλιάζει σφιχτά στην πόρτα.
«Συγγνώμη που σας ζητούσα μόνο λεφτά», λέει με δάκρυα στα μάτια. «Θα προσπαθήσω να σας μιλάω περισσότερο.»
Στο δρόμο της επιστροφής ο Νίκος κρατάει το χέρι μου.
«Ίσως τελικά αυτό που χρειάζεται περισσότερο από όλα είναι να ξέρει ότι είμαστε εδώ – όχι μόνο σαν πορτοφόλι.»
Τώρα κάθε φορά που χτυπάει το τηλέφωνο και βλέπω το όνομα της Σοφίας, δεν φοβάμαι τόσο πολύ. Ξέρω ότι μπορεί να ζητήσει βοήθεια – αλλά μπορεί και απλώς να θέλει να πει μια καλημέρα.
Άραγε πόσοι γονείς στην Ελλάδα νιώθουν αυτό το κενό όταν τα παιδιά τους απομακρύνονται; Πόσοι από εμάς ξεχνάμε ότι η αγάπη δεν μετριέται σε ευρώ αλλά σε στιγμές και κουβέντες;