Δεν είμαι ούτε νταντά, ούτε υπηρέτρια: Η μέρα που είπα στην κόρη μου ότι έχω κι εγώ ζωή
«Μαμά, πού είσαι; Πάλι άργησες! Τα παιδιά σε περιμένουν και εγώ πρέπει να φύγω για τη δουλειά!»
Η φωνή της Μαρίας αντηχεί στο τηλέφωνο, γεμάτη ανυπομονησία και μια δόση θυμού. Κοιτάζω το ρολόι μου. Είναι 7:45 το πρωί, μόλις έχω πιει μια γουλιά καφέ. Τα χέρια μου τρέμουν ελαφρώς – όχι από την ηλικία, αλλά από το βάρος που νιώθω κάθε φορά που ακούω αυτή τη φωνή. Δεν είμαι πια η Ελένη, είμαι «η μαμά της Μαρίας» ή «η γιαγιά». Πότε σταμάτησα να είμαι εγώ;
«Έρχομαι, Μαρία. Μην ανησυχείς», απαντώ ήρεμα, αλλά μέσα μου βράζω. Κλείνω το τηλέφωνο και κοιτάζω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη. Οι ρυτίδες γύρω από τα μάτια μου είναι πιο βαθιές φέτος. Ίσως επειδή δεν γελάω πια τόσο συχνά.
Στο δρόμο για το σπίτι της Μαρίας, περνάω από το παλιό μας καφενείο. Εκεί που κάποτε έπινα καφέ με τη φίλη μου τη Σοφία, πριν εκείνη φύγει για το χωριό. Πόσο καιρό έχω να δω φίλους; Να κάνω κάτι για μένα; Η απάντηση με πονάει: χρόνια.
Φτάνω στο διαμέρισμα της Μαρίας. Τα εγγόνια μου, ο Νίκος και η Ειρήνη, τρέχουν στην αγκαλιά μου. Τα αγαπώ όσο τίποτα, αλλά νιώθω πως πνίγομαι. Η Μαρία φοράει ήδη το παλτό της και μου πετάει τα κλειδιά.
«Θα γυρίσω αργά. Έχεις να τους πας αγγλικά στις 5 και μετά μπαλέτο η Ειρήνη. Μην ξεχάσεις να τους δώσεις το φάρμακο!»
Δεν με κοιτάζει καν στα μάτια. Είμαι αόρατη υπηρέτρια στο ίδιο μου το αίμα.
Όλη μέρα τρέχω. Μαγειρεύω, καθαρίζω, διαβάζω τα παιδιά, τα πηγαίνω στις δραστηριότητες. Το απόγευμα, καθώς περιμένω έξω από το φροντιστήριο, βλέπω μια άλλη γιαγιά να γελάει με τις φίλες της σε ένα παγκάκι. Τις ζηλεύω. Θέλω κι εγώ να γελάσω έτσι.
Το βράδυ, όταν η Μαρία επιστρέφει, είναι κουρασμένη και εκνευρισμένη.
«Γιατί δεν έκανες μπουγάδα; Τα παιδιά δεν έχουν καθαρά ρούχα!»
Κάτι μέσα μου σπάει.
«Μαρία, δεν είμαι υπηρέτριά σου», της λέω ήρεμα αλλά σταθερά.
Με κοιτάζει ξαφνιασμένη. Δεν έχει συνηθίσει να της αντιμιλάω.
«Τι εννοείς; Είσαι η μαμά μου! Ποιος θα με βοηθήσει αν όχι εσύ;»
Παίρνω μια βαθιά ανάσα. «Είμαι η μαμά σου, αλλά είμαι κι εγώ άνθρωπος. Έχω ανάγκες, έχω ζωή. Θέλω να βγω μια βόλτα, να δω φίλους, να πάω στο θέατρο. Δεν μπορώ άλλο να ζω μόνο για εσάς.»
Η Μαρία αρχίζει να κλαίει.
«Δεν καταλαβαίνεις πόσο δύσκολα είναι για μένα; Ο Πέτρος λείπει όλη μέρα στη δουλειά, εγώ τρέχω σαν τρελή…»
Την πλησιάζω και της πιάνω το χέρι.
«Το ξέρω, παιδί μου. Αλλά αν συνεχίσω έτσι, θα χαθώ τελείως. Δεν θέλω να σε αφήσω χωρίς βοήθεια, αλλά πρέπει να βρούμε μια ισορροπία.»
Για πρώτη φορά μετά από χρόνια, νιώθω ότι ακούγομαι.
Τις επόμενες μέρες η Μαρία είναι ψυχρή μαζί μου. Δεν με παίρνει τηλέφωνο τόσο συχνά. Ο Πέτρος με κοιτάζει με απορία όταν περνάω από το σπίτι – σαν να μην καταλαβαίνει γιατί «χαλάω την ησυχία» τους.
Η αδερφή μου η Κατερίνα με στηρίζει.
«Καλά έκανες! Πότε θα ζήσεις κι εσύ; Όλη σου τη ζωή για τους άλλους την έδωσες!»
Αλλά μέσα μου νιώθω ενοχές. Μήπως είμαι εγωίστρια; Μήπως οι μητέρες στην Ελλάδα πρέπει πάντα να θυσιάζονται;
Μια μέρα αποφασίζω να πάω στο θέατρο μόνη μου. Φοράω το καλό μου παλτό και περπατάω μέχρι το κέντρο της Αθήνας. Στην πλατεία Συντάγματος μυρίζει βρεγμένο χώμα και κάστανα. Νιώθω ζωντανή μετά από καιρό.
Μετά την παράσταση, κάθομαι σε ένα μικρό καφέ και γράφω σε ένα χαρτί:
«Ελένη – γυναίκα, μητέρα, γιαγιά, φίλη.»
Θέλω να θυμάμαι πως είμαι όλα αυτά – όχι μόνο μία ταμπέλα.
Όταν επιστρέφω σπίτι, βρίσκω μήνυμα από τη Μαρία:
«Μαμά, συγγνώμη αν ήμουν σκληρή μαζί σου. Θέλω να μιλήσουμε.»
Συναντιόμαστε την επόμενη μέρα στο ίδιο καφενείο που πήγαινα μικρή με τη μητέρα μου.
«Μαμά… φοβάμαι πως αν δεν σε έχω δίπλα μου θα καταρρεύσω», λέει η Μαρία με δάκρυα στα μάτια.
Της κρατώ τα χέρια.
«Δεν θα σε αφήσω ποτέ μόνη σου. Αλλά πρέπει να μάθεις να στηρίζεσαι και στον εαυτό σου… Να ζητήσεις βοήθεια κι από τον Πέτρο ή ακόμα και από μια κοπέλα για τις δουλειές του σπιτιού.»
Η Μαρία σκύβει το κεφάλι.
«Έχεις δίκιο… Ίσως σε πίεσα πολύ.»
Από εκείνη τη μέρα αρχίζουμε να βρίσκουμε μια νέα ισορροπία. Βοηθάω όταν μπορώ – αλλά όχι εις βάρος της δικής μου ζωής. Η Μαρία προσπαθεί περισσότερο να μοιράζεται τις ευθύνες με τον Πέτρο και να μην θεωρεί δεδομένη την παρουσία μου.
Σιγά σιγά ξαναβρίσκω τον εαυτό μου. Βγαίνω με φίλες, γράφομαι σε μαθήματα χορού για ηλικιωμένους στο δήμο μας, διαβάζω βιβλία που είχα ξεχάσει στη βιβλιοθήκη για χρόνια.
Τα εγγόνια μου με βλέπουν πιο χαρούμενη και έρχονται κοντά μου όχι μόνο για βοήθεια αλλά και για παιχνίδι και αγκαλιές.
Κάποιες φορές ακόμα νιώθω τύψεις – η κοινωνία μας μεγάλωσε τις γυναίκες να θυσιάζονται αδιαμαρτύρητα για τα παιδιά και τα εγγόνια τους. Αλλά τώρα ξέρω πως αν δεν αγαπήσω πρώτα τον εαυτό μου, δεν μπορώ πραγματικά να αγαπήσω κανέναν άλλο.
Αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν σαν εμένα; Πόσες ξεχνούν ποια είναι πίσω από τους ρόλους που τους φόρεσαν; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;