Στη σκιά της πεθεράς μου – Η καθημερινότητα μιας Ελληνίδας μάνας
«Ελένη, γιατί δεν έβαλες ακόμα το φαγητό στο φούρνο; Ο Κώστας πεινάει όταν γυρίζει!» Η φωνή της κυρίας Μαρίας αντηχεί στο μικρό μας σαλόνι πριν καλά-καλά προλάβω να βγάλω το παλτό μου. Ο Μανώλης τρέχει γύρω από τα πόδια μου, γελάει, κι εγώ προσπαθώ να μην δείξω πόσο με ενοχλεί αυτή η καθημερινή παρατήρηση.
«Μα μόλις ήρθαμε από το πάρκο, κυρία Μαρία. Θα το ετοιμάσω αμέσως», απαντώ όσο πιο ήρεμα μπορώ, αλλά μέσα μου βράζω. Πόσες φορές πρέπει να απολογηθώ για τα πάντα; Γιατί κάθε μέρα νιώθω ότι δεν είμαι αρκετή;
Η κυρία Μαρία κάθεται βαριά στην καρέκλα της κουζίνας, σταυρώνει τα χέρια και με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που λέει «εγώ ξέρω καλύτερα». «Στην εποχή μου, όλα ήταν έτοιμα πριν γυρίσει ο άντρας. Εσύ όλο έξω είσαι με το παιδί. Δεν σκέφτεσαι τον Κώστα;»
Σφίγγω τα δόντια μου. Θέλω να της πω ότι ο Κώστας δουλεύει πολλές ώρες, ότι εγώ είμαι μόνη με το παιδί όλη μέρα, ότι έχω ανάγκη να βγω λίγο έξω να αναπνεύσω. Αλλά δεν τολμώ. Ο Κώστας λατρεύει τη μάνα του και δεν θέλω να τον στενοχωρήσω.
Το βράδυ, όταν ο Κώστας επιστρέφει, η κυρία Μαρία φροντίζει να του πει: «Εγώ ήρθα νωρίς σήμερα να βοηθήσω την Ελένη, αλλά πάλι όλα τελευταία στιγμή τα κάνει». Ο Κώστας με κοιτάζει με ένα βλέμμα ανάμεσα σε απορία και κούραση. «Ελένη, προσπάθησε λίγο παραπάνω. Η μάνα μου έχει δίκιο, ξέρεις…»
Αυτό το «ξέρεις» με διαλύει. Δεν ξέρει τίποτα. Δεν ξέρει πόσο μόνη νιώθω εδώ μέσα. Δεν ξέρει ότι κάθε μέρα παλεύω με τις ενοχές και την ανάγκη να είμαι καλή μάνα, καλή σύζυγος, καλή νύφη.
Το βράδυ, όταν όλοι κοιμούνται, κάθομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω τα φώτα της πόλης. Θυμάμαι τη δική μου μάνα, τη Σοφία, που μένει μακριά στην Καλαμάτα και μιλάμε μόνο στο τηλέφωνο. Εκείνη πάντα μου λέει: «Να προσέχεις τον εαυτό σου, κόρη μου. Μην αφήνεις κανέναν να σε πατήσει». Αλλά πώς να το κάνω αυτό όταν όλοι περιμένουν από μένα να είμαι τέλεια;
Την επόμενη μέρα η κυρία Μαρία έρχεται νωρίτερα από το συνηθισμένο. «Έφερα φασολάδα», λέει θριαμβευτικά και αφήνει την κατσαρόλα στον πάγκο. «Δεν χρειάζεται να μαγειρέψεις σήμερα». Ο Μανώλης τρέχει κοντά της και τη φωνάζει «γιαγιά!», κι εκείνη του δίνει ένα φιλί στο μέτωπο.
«Ελένη, να σου πω κάτι; Το παιδί πρέπει να τρώει πιο σωστά. Όλο γλυκά του δίνεις», συνεχίζει χωρίς να περιμένει απάντηση.
«Δεν του δίνω γλυκά συνέχεια…» προσπαθώ να υπερασπιστώ τον εαυτό μου.
«Σε είδα χτες που του έδινες σοκολάτα στο πάρκο. Αυτά δεν είναι σωστά πράγματα!»
Αισθάνομαι τα μάγουλά μου να καίνε από ντροπή και θυμό. Πόσο ακόμα θα αντέξω;
Το απόγευμα έρχεται η φίλη μου η Κατερίνα για καφέ. Της τα λέω όλα. «Δεν αντέχω άλλο, Κατερίνα. Νιώθω ότι ζω στη σκιά της. Ότι δεν έχω δικό μου χώρο ούτε χρόνο.»
Η Κατερίνα με κοιτάζει με κατανόηση. «Πρέπει να μιλήσεις στον Κώστα. Να του πεις πώς νιώθεις.»
«Και αν δεν με καταλάβει; Αν νομίζει ότι υπερβάλλω;»
«Αν δεν μιλήσεις ποτέ, θα συνεχίσει έτσι για πάντα.»
Το ίδιο βράδυ παίρνω θάρρος. Ο Κώστας κάθεται στον καναπέ και βλέπει ειδήσεις.
«Κώστα… θέλω να σου μιλήσω.»
Με κοιτάζει ξαφνιασμένος. «Τι έγινε;»
«Δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση με τη μαμά σου. Νιώθω ότι δεν έχω φωνή μέσα στο ίδιο μου το σπίτι.»
Σιωπή. Βλέπω τα μάτια του να σκοτεινιάζουν.
«Η μάνα μου θέλει το καλό μας, Ελένη.»
«Το ξέρω… Αλλά εγώ; Εγώ τι θέλω; Δεν έχει σημασία;»
Σηκώνεται νευριασμένος. «Πάντα κάτι βρίσκεις να παραπονιέσαι!»
Κλείνω τα μάτια και παίρνω βαθιά ανάσα. Ξέρω ότι δεν θα αλλάξει τίποτα αν δεν παλέψω για μένα.
Τις επόμενες μέρες προσπαθώ να κρατήσω αποστάσεις από την κυρία Μαρία. Όταν έρχεται, βρίσκω αφορμές να βγω με τον Μανώλη έξω ή να κλειστώ στο δωμάτιο μαζί του και να διαβάσουμε παραμύθια.
Ένα απόγευμα η κυρία Μαρία με σταματά στην πόρτα.
«Ελένη… γιατί απομακρύνεσαι; Έκανα κάτι;»
Την κοιτάζω στα μάτια για πρώτη φορά χωρίς φόβο.
«Νιώθω ότι δεν με εμπιστεύεστε σαν μάνα του παιδιού σας. Ότι ό,τι κι αν κάνω είναι λάθος.»
Η κυρία Μαρία χαμηλώνει το βλέμμα.
«Ξέρω ότι ίσως γίνομαι κουραστική… Απλά φοβάμαι μην κάνεις τα ίδια λάθη που έκανα εγώ.»
Για πρώτη φορά βλέπω πίσω από τη σκληρότητα μια γυναίκα που φοβάται και αγαπάει.
«Όλοι κάνουμε λάθη», της λέω ήρεμα. «Αλλά πρέπει να με αφήσετε να μεγαλώσω το παιδί μου όπως μπορώ.»
Από εκείνη τη μέρα κάτι αλλάζει ανάμεσά μας. Δεν είναι εύκολο – υπάρχουν ακόμα εντάσεις, ακόμα παρατηρήσεις – αλλά αρχίζουμε σιγά σιγά να μιλάμε περισσότερο σαν γυναίκες και λιγότερο σαν αντίπαλες.
Ο Κώστας χρειάζεται χρόνο για να καταλάβει τη θέση μου, αλλά βλέπει ότι είμαι πιο ήρεμη όταν έχω χώρο να αναπνεύσω.
Κάποιες νύχτες ακόμα κάθομαι στο μπαλκόνι και αναρωτιέμαι: Άραγε θα καταφέρω ποτέ να βρω τη δική μου φωνή μέσα σε αυτή την οικογένεια; Πόσες γυναίκες άραγε ζουν στη σκιά μιας πεθεράς και φοβούνται να μιλήσουν;