Έδωσα στον γιο μου όλες μου τις οικονομίες – πέτυχε, αλλά με ξέχασε. Όμως η ζωή κάνει κύκλους…

«Μάνα, αν δεν μου τα δώσεις τώρα, δεν θα έχω ποτέ την ευκαιρία να κάνω κάτι δικό μου! Δεν το καταλαβαίνεις;»

Η φωνή του Νίκου αντηχούσε στο μικρό μας σαλόνι, ανάμεσα στα ξεθωριασμένα έπιπλα και τις φωτογραφίες που είχα κρεμάσει με τόση αγάπη. Τα χέρια μου έτρεμαν. Είχα μαζέψει αυτά τα λεφτά με κόπο, δουλεύοντας χρόνια σε αποθήκες – πρώτα στα υφάσματα, μετά στα τρόφιμα. Τα δάχτυλά μου ήταν πάντα σκασμένα από τα απορρυπαντικά, τα νύχια κοντά και άσχημα. Ποτέ δεν με ένοιαξε – για τον Νίκο τα έκανα όλα.

«Νίκο μου, δεν είναι λίγα αυτά τα χρήματα… Είναι ό,τι έχω. Για τα γεράματά μου τα κράταγα», ψιθύρισα, αλλά ήξερα ήδη την απάντηση μέσα μου. Πάντα του έδινα ό,τι ζητούσε. Ήταν το μόνο μου παιδί, ο λόγος που άντεχα τη μοναξιά μετά τον θάνατο του άντρα μου.

«Μάνα, στο υπόσχομαι! Θα τα κάνω χίλια! Θα σου τα επιστρέψω διπλάσια!»

Έβλεπα τη φλόγα στα μάτια του. Ήθελε να ανοίξει δικό του μαγαζί με ηλεκτρονικά – «η τεχνολογία είναι το μέλλον», έλεγε. Εγώ δεν ήξερα από αυτά. Ήξερα μόνο από κουτιά, παλέτες και κουρασμένα πόδια. Αλλά τον εμπιστεύτηκα. Του έδωσα ό,τι είχα – ούτε ένα ευρώ δεν κράτησα για μένα.

Τα πρώτα χρόνια πήγαν καλά. Ο Νίκος δούλευε ασταμάτητα, το μαγαζί μεγάλωνε. Ερχόταν κάθε Κυριακή για φαγητό – πάντα με το κινητό στο χέρι, πάντα βιαστικός. «Μάνα, όλα καλά! Μην ανησυχείς!» μου έλεγε και με φιλούσε στα γρήγορα στο μάγουλο.

Μετά άρχισε να αργεί. Να μην απαντάει στα τηλέφωνα. Να στέλνει μηνύματα: «Δουλειά, μάνα! Θα τα πούμε!»

Οι Κυριακές έγιναν μοναχικές. Έτρωγα μόνη στο τραπέζι για δύο. Οι γειτόνισσες με ρωτούσαν: «Ο Νίκος σου; Πού χάθηκε;» Κι εγώ χαμογελούσα ψεύτικα: «Δουλεύει πολύ το παιδί…»

Μια μέρα χτύπησε το κουδούνι. Ήταν η Ελένη, η ξαδέρφη μου.

«Σου είπε ο Νίκος ότι παντρεύεται;»

Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου.

«Όχι… Δεν ήξερα τίποτα.»

Η Ελένη με κοίταξε λυπημένη. «Μην το παίρνεις κατάκαρδα… Τα παιδιά σήμερα…»

Δεν ήθελα να κλάψω μπροστά της. Μόλις έφυγε όμως, λύγισα. Πώς γίνεται το ίδιο μου το παιδί να μην με θέλει στη χαρά του;

Πέρασαν μήνες χωρίς νέα του. Έστελνα μηνύματα – απαντούσε ψυχρά ή καθόλου. Άκουγα από άλλους ότι είχε αγοράσει καινούριο αυτοκίνητο, ότι πήγαινε ταξίδια με τη γυναίκα του, τη Μαρία.

Ένα βράδυ, καθώς καθάριζα το σπίτι, βρήκα ένα παλιό κουτί με φωτογραφίες του μικρού Νίκου – με κοντά παντελονάκια, γελαστός στην παραλία της Κατερίνης. Θυμήθηκα πώς τον κρατούσα αγκαλιά όταν φοβόταν τις αστραπές. Πώς του έλεγα παραμύθια για να κοιμηθεί.

Τότε χτύπησε το τηλέφωνο.

«Μάνα…» Η φωνή του ήταν σπασμένη.

«Νίκο; Τι έγινε;»

«Χρειάζομαι βοήθεια… Το μαγαζί… Έχω χρέη… Η Μαρία είναι έγκυος… Δεν ξέρω τι να κάνω.»

Για μια στιγμή ήθελα να ουρλιάξω: «Πού ήσουν όταν σε είχα ανάγκη; Γιατί με ξέχασες;» Αλλά δεν το έκανα. Είμαι μάνα.

«Έλα αύριο να φας. Θα τα πούμε από κοντά.»

Ήρθε σαν χαμένος άνθρωπος. Τα μάτια του κόκκινα από την αϋπνία και το άγχος.

«Συγγνώμη, μάνα… Σε ξέχασα… Με τύφλωσαν όλα αυτά…»

Τον αγκάλιασα σφιχτά. «Δεν πειράζει, παιδί μου… Όλα διορθώνονται.»

Τις επόμενες μέρες έτρεξα μαζί του σε τράπεζες, σε λογιστές, μίλησα ακόμα και με τον παλιό μου εργοδότη για μια δουλειά part-time – να βοηθήσω όσο μπορώ.

Η Μαρία ήρθε σπίτι μας πρώτη φορά μετά τον γάμο τους. Κρατούσε την κοιλιά της και έκλαιγε.

«Συγγνώμη που δεν σας γνώρισα νωρίτερα… Ο Νίκος ήταν πεισματάρης.»

Της χαμογέλασα ζεστά. «Όλοι κάνουμε λάθη όταν είμαστε νέοι.»

Σιγά-σιγά ξαναβρήκαμε ο ένας τον άλλον. Ο Νίκος άρχισε να με παίρνει τηλέφωνο κάθε μέρα – όχι για λεφτά, αλλά για να ρωτήσει πώς είμαι, αν χρειάζομαι κάτι.

Όταν γεννήθηκε η μικρή Άννα, ήμουν εκεί – πρώτη φορά γιαγιά. Την κράτησα στην αγκαλιά μου και ένιωσα ότι όλα όσα πέρασα είχαν νόημα.

Κάποιες φορές όμως, όταν μένω μόνη στο σπίτι και κοιτάζω τα χέρια μου – ακόμα σκληρά από τη δουλειά – αναρωτιέμαι: Άξιζαν όλες αυτές οι θυσίες; Μήπως έπρεπε να σκεφτώ λίγο και τον εαυτό μου;

Εσείς τι λέτε; Μπορεί μια μάνα ποτέ να πάψει να συγχωρεί; Ή μήπως κάποια στιγμή πρέπει να βάζει όρια;