«Μαμά, θα σε πάρω αργότερα»: Η ιστορία μιας μάνας που έμεινε μόνη όταν ο γιος της έφυγε στο εξωτερικό
«Νίκο, αγόρι μου, γιατί δεν απαντάς;» ψιθυρίζω για πολλοστή φορά στο τηλέφωνο, κοιτώντας την οθόνη που γράφει «Δεν απαντήθηκε». Τα δάχτυλά μου τρέμουν ελαφρά, αλλά προσπαθώ να κρατήσω τη φωνή μου σταθερή. Από το παράθυρο της κουζίνας βλέπω την αυλή που κάποτε έπαιζε μπάλα με τους φίλους του. Τώρα, μόνο σιωπή.
Η αδελφή μου, η Ελένη, με κοιτάζει με οίκτο. «Σταμάτα να τον παίρνεις συνέχεια. Θα νομίζει ότι τον πνίγεις.»
«Δεν τον πνίγω, Ελένη. Απλώς… θέλω να ξέρω αν είναι καλά. Δεν είναι εύκολο να είσαι μάνα και να μην ξέρεις αν το παιδί σου ζει ή πεθαίνει σε μια ξένη χώρα.»
Η Ελένη αναστενάζει. «Έτσι είναι τα παιδιά σήμερα. Φεύγουν, κάνουν τη ζωή τους. Εσύ δεν ήσουν αυτή που έλεγες “Να φύγετε, να κάνετε ό,τι θέλετε;”»
Σωπαίνω. Πάντα ήθελα να είμαι η μάνα που δεν κρατάει τα παιδιά της δεμένα. Ο Νίκος ήταν το φως μου, το καμάρι μου. Καλό παιδί, ευγενικό, πάντα με βοηθούσε στο σπίτι όταν ο πατέρας του πέθανε νωρίς. Τον μεγάλωσα μόνη μου, με κόπο και ιδρώτα. Πήγε στο Πολυτεχνείο, διάβαζε μέρα-νύχτα. Όταν γνώρισε τη Μαρία – μια κοπέλα από την Πάτρα που σπούδαζε κι αυτή στην Αθήνα – χάρηκα. Ήταν καλή, χαμογελαστή, με σεβόταν.
Όταν μου ανακοίνωσαν ότι θα παντρευτούν και θα φύγουν για τη Γερμανία, το πήρα ψύχραιμα. «Να πάτε, παιδιά μου. Εδώ δεν έχει δουλειές πια. Θα τα καταφέρετε εκεί.» Έτσι είπα. Και το εννοούσα. Ήθελα να ζήσουν καλύτερα από μένα.
Τους αποχαιρέτησα στο αεροδρόμιο με ένα χαμόγελο που έκρυβε τα δάκρυα. Ο Νίκος με αγκάλιασε σφιχτά. «Μαμά, θα σε παίρνω κάθε μέρα!»
Τι ψέμα…
Στην αρχή μιλούσαμε συχνά. Μου έστελνε φωτογραφίες από το σπίτι τους στη Στουτγκάρδη, από τα πάρκα και τις βόλτες τους. Η Μαρία έλεγε «Θα έρθουμε το καλοκαίρι!» Μα όσο περνούσε ο καιρός, τα τηλεφωνήματα λιγόστευαν.
«Μαμά, δουλεύω πολύ τώρα…»
«Μαμά, είμαστε κουρασμένοι…»
«Μαμά, θα σε πάρω αργότερα.»
Και τώρα… τίποτα.
Προσπαθώ να μην το παίρνω προσωπικά. Ξέρω πως έχουν τη ζωή τους. Αλλά κάθε φορά που βλέπω τις φωτογραφίες τους στο Facebook – χαμογελαστοί σε κάποιο γερμανικό φεστιβάλ – νιώθω ένα σφίξιμο στην καρδιά. Δεν ζηλεύω τη ζωή τους· ζηλεύω που δεν είμαι πια μέρος της.
Η γειτόνισσα, η κυρά-Σοφία, με ρωτάει κάθε τόσο: «Τι κάνει ο Νίκος; Πότε θα έρθει;» Κι εγώ χαμογελώ ψεύτικα: «Καλά είναι, δουλεύει πολύ το παιδί.» Δεν αντέχω να πω την αλήθεια: ότι δεν ξέρω καν αν είναι καλά.
Τα βράδια κάθομαι μόνη στην κουζίνα και θυμάμαι όταν ήταν μικρός. Πώς έτρεχε να με αγκαλιάσει όταν γύριζα κουρασμένη από το εργοστάσιο. Πώς μου έλεγε «Μαμά, θα σε προσέχω εγώ». Τώρα ποιος προσέχει ποιον;
Πριν λίγες μέρες τόλμησα να του στείλω μήνυμα: «Νίκο μου, όλα καλά; Μου λείπεις.» Καμία απάντηση.
Η Ελένη λέει να μην επιμένω. «Άσ’ τον να πάρει εκείνος όταν μπορέσει.» Μα εγώ ξέρω πως κάτι έχει αλλάξει. Η Μαρία ποτέ δεν με πήρε τηλέφωνο από μόνη της. Μια φορά που της τηλεφώνησα εγώ, απάντησε ψυχρά: «Ο Νίκος δουλεύει τώρα, κυρία Άννα.» Και μετά σιωπή.
Άρχισα να σκέφτομαι: μήπως φταίω εγώ; Μήπως ήμουν πολύ αυστηρή; Μήπως τον έπνιξα με την αγάπη μου; Ή μήπως η Μαρία δεν θέλει να έχουμε επαφή; Μια φίλη μου είπε: «Οι νύφες σήμερα θέλουν να αποκόψουν τα παιδιά από τις μανάδες τους.» Δεν θέλω να το πιστέψω.
Την Κυριακή πήγα στην εκκλησία και άναψα ένα κερί για τον Νίκο. Προσευχήθηκα να είναι καλά – κι ας μην με θυμάται πια.
Το βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει από τη χαρά όταν είδα το όνομά του.
«Έλα μαμά…»
Η φωνή του κουρασμένη.
«Νίκο μου! Τι κάνεις; Πού χάθηκες;»
«Δουλεύω πολύ μαμά… Δεν έχω χρόνο ούτε για ύπνο.»
«Και η Μαρία; Καλά είναι;»
Σιωπή.
«Καλά είναι…»
Ήθελα να του πω τόσα πολλά – πως μου λείπει, πως φοβάμαι μήπως τον χάσω για πάντα – αλλά κατάπια τα λόγια μου.
«Να προσέχεις αγόρι μου… Να τρως… Να ξεκουράζεσαι…»
«Ναι μαμά… Θα σε πάρω πάλι.»
Το τηλέφωνο έκλεισε πριν προλάβω να πω «σ’ αγαπώ».
Όλη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Σκεφτόμουν αν είναι ευτυχισμένος ή αν κάτι τον βαραίνει και δεν θέλει να μου το πει. Μήπως τσακώνονται με τη Μαρία; Μήπως έχει προβλήματα στη δουλειά;
Την άλλη μέρα πήγα στη λαϊκή και συνάντησα την παλιά μου φίλη, την κυρά-Κατίνα.
«Άννα μου, εσύ πάντα δυνατή ήσουν. Μην αφήνεις τη μοναξιά να σε ρίχνει.»
«Δεν είναι η μοναξιά που με ρίχνει», της λέω. «Είναι που νιώθω πως δεν έχω πια ρόλο στη ζωή του παιδιού μου.»
Με κοίταξε στα μάτια και είπε: «Τα παιδιά μας δεν μας ανήκουν, Άννα. Τα μεγαλώνουμε για να πετάξουν.»
Το ξέρω αυτό – αλλά γιατί πονάει τόσο;
Γυρνώντας σπίτι βρήκα ένα μήνυμα στο κινητό: «Μαμά, όλα καλά εδώ. Θα μιλήσουμε σύντομα.» Ένα ξερό μήνυμα – αλλά καλύτερο από τίποτα.
Κάθε μέρα προσπαθώ να γεμίσω το κενό με μικρές χαρές: ένα καφέ με τις φίλες μου, μια βόλτα στη θάλασσα, λίγο διάβασμα το βράδυ. Αλλά τίποτα δεν γεμίζει το κενό που άφησε ο Νίκος φεύγοντας.
Κάποιες φορές σκέφτομαι να πάρω το αεροπλάνο και να πάω στη Γερμανία χωρίς προειδοποίηση – αλλά φοβάμαι μήπως γίνω βάρος.
Αναρωτιέμαι: Έκανα καλά που τον άφησα ελεύθερο; Ή μήπως τα παιδιά μας χρειάζονται πιο πολύ απ’ όσο νομίζουμε;
Εσείς τι λέτε; Πώς αντιμετωπίζετε τη μοναξιά όταν τα παιδιά σας φεύγουν μακριά;