«Χθες πάλι ήρθαν μαζί: Μάνα και πεθερά – οι φωνές τους με σκίζουν στα δύο. Έχω δικαίωμα να διαλέξω εμένα;»
«Μαρία, δεν μπορείς να το κάνεις αυτό! Θα γίνεις ρεζίλι στο χωριό!» φώναξε η μητέρα μου, τα μάτια της κατακόκκινα από το κλάμα. Η πεθερά μου, η κυρά-Ελένη, καθόταν απέναντι, σφίγγοντας το μαντήλι της στα χέρια. «Σε παρακαλώ, κορίτσι μου, σκέψου τα παιδιά! Ο Νίκος έκανε λάθος, αλλά είναι άντρας. Οι άντρες κάνουν λάθη…»
Ένιωθα το κεφάλι μου να πάει να σπάσει. Η κουζίνα μύριζε καμένο καφέ και το ρολόι στον τοίχο έδειχνε τρεις το μεσημέρι, αλλά εγώ δεν είχα καταφέρει να φάω μπουκιά από το πρωί. Από χθες το βράδυ που έμαθα για την προδοσία του Νίκου, όλα είχαν γίνει θολά. Η φωνή της μάνας μου αντηχούσε μέσα μου: «Σκέψου τι θα πει ο κόσμος! Δεν είναι ντροπή να χωρίσεις;»
Η πεθερά μου, πιο ήσυχη αλλά εξίσου πιεστική, προσπαθούσε να με πείσει με γλυκόλογα. «Μαρία μου, όλοι περνάνε δυσκολίες στον γάμο τους. Εσύ είσαι δυνατή, θα τον συγχωρέσεις. Μην αφήσεις μια στιγμή αδυναμίας να χαλάσει μια ζωή.»
Κοίταξα έξω από το παράθυρο. Το χωριό μας, η Αγία Παρασκευή, ήταν μικρό – όλοι ήξεραν τα πάντα για όλους. Ήδη ένιωθα τα βλέμματα να με τρυπούν όταν πήγα στο φούρνο το πρωί. Η κυρά-Σοφία ψιθύρισε κάτι στην κυρά-Μαρία και με κοίταξαν λοξά. Ήξεραν; Ή μήπως απλώς φανταζόμουν;
Γύρισα στη μάνα μου. «Μάνα, δεν αντέχω άλλο… Δεν μπορώ να κάνω πως δεν έγινε τίποτα.»
«Θα αντέξεις! Όλες αντέξαμε! Κι εγώ με τον πατέρα σου… Πόσα πέρασα… Αλλά έμεινα! Γιατί; Για εσάς! Για την οικογένεια!»
Η φωνή της έσπασε και για μια στιγμή είδα στα μάτια της τον ίδιο φόβο που ένιωθα κι εγώ: τον φόβο της μοναξιάς, της απόρριψης.
Η πεθερά μου σηκώθηκε αργά και ήρθε κοντά μου. Μου έπιασε τα χέρια. «Σε παρακαλώ, Μαρία… Ο Νίκος σε αγαπάει. Το ξέρω πως έκανε βλακεία, αλλά σκέψου τα εγγόνια μου… Δεν θέλω να μεγαλώσουν χωρίς πατέρα.»
Ένιωσα τα δάκρυά μου να κυλούν χωρίς να μπορώ να τα σταματήσω. Ήθελα να ουρλιάξω: «Κανείς δεν σκέφτεται εμένα;» Αλλά δεν το είπα. Το κατάπια όπως κατάπια και τόσα άλλα όλα αυτά τα χρόνια.
Ο Νίκος γύρισε αργά το βράδυ. Δεν μιλήσαμε πολύ. Κάθισε στην άκρη του καναπέ και κοίταζε το πάτωμα. «Έκανα λάθος», είπε μόνο. «Συγγνώμη.»
Τον κοίταξα και δεν είδα πια τον άντρα που ερωτεύτηκα στα δεκαεννιά μου. Είδα έναν ξένο. Θυμήθηκα τη μέρα που παντρευτήκαμε – πόσο χαρούμενοι ήμασταν όλοι στην αυλή του σπιτιού, με τις γιρλάντες και τα τραγούδια. Η μάνα μου χόρευε πρώτη-πρώτη, η πεθερά μου μοίραζε κουφέτα στα παιδιά.
Τώρα όλα αυτά είχαν γίνει στάχτη.
Το επόμενο πρωί ξύπνησα από τις φωνές των παιδιών. Ο μικρός, ο Γιώργος, ήθελε γάλα. Η κόρη μου, η Ειρήνη, είχε πυρετό. Έτρεξα στο δωμάτιό της – ήταν κατακόκκινη και έκλαιγε.
«Μαμά, θα φύγει ο μπαμπάς;» με ρώτησε ξαφνικά.
Πάγωσα. Πώς να της εξηγήσω; Πώς να της πω ότι ίσως ναι;
«Όχι αγάπη μου… Όλα θα πάνε καλά», ψιθύρισα, χωρίς να το πιστεύω ούτε εγώ.
Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν η μάνα μου ξανά.
«Μαρία, θα έρθω από εκεί. Μην κάνεις καμιά τρέλα!»
Δεν ήξερα αν ήθελα να έρθει ή όχι. Ήθελα μόνο λίγη ησυχία – να σκεφτώ τι θέλω εγώ.
Όταν ήρθε, άρχισε πάλι τα ίδια: «Δεν θα αφήσεις τα παιδιά χωρίς πατέρα! Δεν θα γίνεις σαν τη θεία σου τη Σοφία που την κοροϊδεύουν όλοι!»
Η πεθερά μου μπήκε λίγο αργότερα χωρίς να χτυπήσει καν την πόρτα – έτσι κάνουν στο χωριό μας όταν νιώθουν πως έχουν δικαίωμα στη ζωή σου.
«Μαρία, σε παρακαλώ… Ο Νίκος είναι καλό παιδί κατά βάθος…»
Ένιωθα σαν να μην υπάρχω πια – σαν να είμαι απλώς ένα κομμάτι ανάμεσα σε δύο στρατόπεδα που παλεύουν για τη δική τους νίκη.
Το βράδυ πήγα μια βόλτα μόνη μου μέχρι την εκκλησία του χωριού. Κάθισα στα σκαλιά και κοίταξα τον ουρανό. Θυμήθηκα τον πατέρα μου – πόσο αυστηρός ήταν πάντα μαζί μου, αλλά ποτέ δεν με άφησε να νιώσω μόνη. Τώρα όμως ήμουν μόνη – πραγματικά μόνη.
Άκουσα βήματα πίσω μου. Ήταν η φίλη μου η Κατερίνα.
«Τι κάνεις εδώ μόνη σου;» με ρώτησε απαλά.
«Δεν ξέρω τι να κάνω… Όλοι θέλουν κάτι από μένα εκτός από μένα την ίδια», της είπα και ξέσπασα σε κλάματα.
Η Κατερίνα με αγκάλιασε σφιχτά. «Μαρία, έχεις δικαίωμα να σκεφτείς τον εαυτό σου. Δεν είσαι εγωίστρια επειδή θες να είσαι καλά.»
Την κοίταξα σαν να άκουγα αυτή τη φράση πρώτη φορά στη ζωή μου.
Γύρισα σπίτι αργά τη νύχτα. Ο Νίκος κοιμόταν στον καναπέ – δεν είχε τολμήσει να ανέβει στο κρεβάτι μας. Τα παιδιά κοιμόντουσαν αγκαλιά στο δωμάτιό τους.
Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη του μπάνιου: μάτια πρησμένα, μαλλιά ανακατεμένα, πρόσωπο ξένο.
«Ποια είμαι;» αναρωτήθηκα φωναχτά.
Την επόμενη μέρα πήρα μια απόφαση: θα μιλούσα πρώτη φορά για μένα – όχι για τη μάνα μου, ούτε για την πεθερά μου, ούτε για τον Νίκο ή τα παιδιά.
Κάλεσα τις δυο γυναίκες στο σπίτι.
«Θέλω να σας πω κάτι», άρχισα με τρεμάμενη φωνή.
Η μάνα μου με κοίταξε αυστηρά, η πεθερά μου ανήσυχα.
«Όλα αυτά τα χρόνια έκανα ό,τι θέλατε όλοι εσείς. Παντρεύτηκα τον Νίκο γιατί ήταν καλό παιδί και γιατί έτσι έπρεπε. Έκανα παιδιά γιατί έτσι έπρεπε. Υπέμεινα πολλά γιατί έτσι έπρεπε… Τώρα όμως δεν αντέχω άλλο.»
Η μάνα μου πήγε να μιλήσει αλλά τη σταμάτησα.
«Θέλω λίγο χρόνο μόνη μου. Θέλω να σκεφτώ τι θέλω εγώ – όχι τι θέλετε εσείς.»
Η πεθερά μου άρχισε να κλαίει σιωπηλά. Η μάνα μου σηκώθηκε απότομα.
«Αν φύγεις από τον Νίκο, μην περιμένεις βοήθεια από μένα», είπε ψυχρά και βγήκε έξω χτυπώντας την πόρτα.
Έμεινα μόνη στην κουζίνα με την πεθερά μου που ψιθύριζε προσευχές κάτω απ’ την ανάσα της.
Για πρώτη φορά στη ζωή μου ένιωσα ελεύθερη – κι ας ήξερα πως θα πλήρωνα ακριβά αυτή την ελευθερία.
Τι είναι τελικά πιο σημαντικό; Να ζεις για τους άλλους ή για σένα; Έχει δικαίωμα μια γυναίκα στην Ελλάδα του σήμερα να διαλέξει τον εαυτό της χωρίς να θεωρείται εγωίστρια;