«Γιατί η μάνα μου μαγείρευε τόσο πολύ για τον άντρα μου;» – Μια νύχτα ανακάλυψα την αλήθεια που άλλαξε τα πάντα
«Μαμά, γιατί πάλι μαγειρεύεις τόσο πολύ; Ο Γιάννης δεν είναι παιδί!» φώναξα, προσπαθώντας να συγκρατήσω τον εκνευρισμό μου. Η κουζίνα μύριζε γεμιστά και κοκκινιστό, κι η μάνα μου, η κυρία Ελένη, έσκυβε πάνω από τις κατσαρόλες με εκείνο το γνώριμο πείσμα. «Είναι κουρασμένος ο άνθρωπος, δουλεύει όλη μέρα. Εσύ τι κάνεις;» απάντησε χωρίς να με κοιτάξει, λες και ήμουν αόρατη.
Εκείνη τη στιγμή ένιωσα το γνωστό σφίξιμο στο στήθος. Πάντα ήθελα να φύγω, να ταξιδέψω, να ζήσω κάτι δικό μου. Αλλά βρέθηκα παντρεμένη στα 27 με τον Γιάννη, έναν άντρα που διάλεξε η οικογένειά μου γιατί «είναι καλό παιδί, σταθερός, με δουλειά στο δημόσιο». Η μάνα μου έλεγε πως ήμουν τυχερή. Εγώ όμως ένιωθα φυλακισμένη.
Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ έβλεπα τη μάνα μου να μαγειρεύει για τον Γιάννη κάθε Κυριακή, να του φέρνει ταπεράκια στη δουλειά, να του πλένει τα πουκάμισα όταν εγώ δούλευα διπλοβάρδιες στο φαρμακείο. Όταν της το είπα, με κοίταξε αυστηρά: «Εσύ δεν ξέρεις να φροντίζεις τον άντρα σου. Έτσι κρατιέται το σπίτι.»
Ο πατέρας μου, ο κύριος Μανώλης, καθόταν πάντα σιωπηλός στη γωνία. Μια φορά μόνο τόλμησε να πει: «Άσε το κορίτσι να κάνει κι αυτή κάτι που θέλει.» Η μάνα μου τον αγριοκοίταξε και του είπε: «Εσύ να κοιτάς τη δουλειά σου!»
Με τον Γιάννη δεν είχαμε ποτέ πραγματική επικοινωνία. Ήταν καλός άνθρωπος, αλλά πάντα απόμακρος. Τα βράδια καθόταν στον καναπέ με το κινητό του ή έβλεπε ποδόσφαιρο. Εγώ διάβαζα ταξιδιωτικά περιοδικά και ονειρευόμουν να δω τη Ρώμη, το Παρίσι, τη Βαρκελώνη. Μια φορά του το είπα: «Θέλεις να πάμε ένα ταξίδι;» Με κοίταξε σαν να του είπα να πάμε στον Άρη. «Τι τα θες αυτά τώρα; Έχουμε έξοδα.»
Η μάνα μου συνέχιζε το βιολί της. Κάθε φορά που ερχόταν σπίτι μας, έφερνε φαγητό για τον Γιάννη. Μια φορά μάλιστα τον ρώτησε μπροστά μου: «Πώς σου φαίνεται το παστίτσιο; Η κόρη μου δεν το πετυχαίνει όπως εγώ, ε;» Ο Γιάννης χαμογέλασε αμήχανα. Εγώ ένιωσα να βράζω από θυμό.
Ένα βράδυ, μετά από έναν ακόμα καβγά για τα ίδια και τα ίδια, πήγα στο πατρικό μου χωρίς να ειδοποιήσω. Ήθελα απλώς να περπατήσω στη γειτονιά που μεγάλωσα, να θυμηθώ ποια ήμουν πριν γίνω «η γυναίκα του Γιάννη». Όταν έφτασα έξω από το σπίτι, είδα φως στην κουζίνα. Πλησίασα αθόρυβα και άκουσα φωνές.
«Δεν αντέχω άλλο, Ελένη! Δεν μπορώ να ζω έτσι!» ήταν η φωνή του πατέρα μου. «Όλο τον Γιάννη σκέφτεσαι! Το παιδί μας το ρώτησες ποτέ τι θέλει;»
Η μάνα μου ξέσπασε: «Αν δεν ήταν ο Γιάννης, θα είχαμε διαλυθεί! Αυτός μας κράτησε όταν εσύ έχασες τη δουλειά σου! Αυτός πλήρωσε τα χρέη σου!»
Πάγωσα. Δεν ήξερα τίποτα για χρέη. Δεν ήξερα ότι ο άντρας μου είχε βοηθήσει οικονομικά τους γονείς μου.
«Και τι; Να του χρωστάμε μια ζωή; Να του δίνεις όλη σου την αγάπη και να ξεχνάς την κόρη σου;» φώναξε ο πατέρας μου.
Η μάνα μου άρχισε να κλαίει: «Δεν καταλαβαίνεις! Φοβάμαι μην τα χάσουμε όλα! Ο Γιάννης είναι η ασφάλειά μας!»
Έφυγα τρέχοντας πριν με δουν. Όλη τη νύχτα δεν κοιμήθηκα. Το μυαλό μου γύριζε γύρω από όσα άκουσα. Ήμουν απλώς ένα μέσο για να σωθεί η οικογένειά μου; Ήταν ο γάμος μου μια συναλλαγή;
Την επόμενη μέρα πήγα στη δουλειά σαν ρομπότ. Ο Γιάννης με ρώτησε αν είμαι καλά. Τον κοίταξα στα μάτια και για πρώτη φορά είδα έναν ξένο.
Το βράδυ πήγα στη μάνα μου. Της είπα τι άκουσα. Δεν προσπάθησε καν να το αρνηθεί.
«Το έκανα για σένα», είπε ψιθυριστά.
«Όχι, μαμά. Το έκανες για σένα. Για τον μπαμπά. Για το σπίτι σας.»
Έκλαψε μπροστά μου για πρώτη φορά στη ζωή της. Εγώ όμως δεν ένιωθα λύπηση – μόνο θυμό και μια βαθιά απογοήτευση.
Γύρισα σπίτι και κοίταξα τον Γιάννη. «Γιατί δεν μου είπες ποτέ τίποτα;»
Σήκωσε τους ώμους. «Δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω.»
«Και τώρα; Τι κάνουμε τώρα;»
Δεν απάντησε.
Τις επόμενες μέρες ένιωθα σαν να ζω σε ξένο σώμα. Η μάνα μου προσπαθούσε να με πάρει τηλέφωνο – δεν απαντούσα. Ο πατέρας μου ήρθε μια μέρα στο φαρμακείο και με αγκάλιασε σιωπηλά.
Άρχισα να σκέφτομαι σοβαρά το διαζύγιο. Το είπα στη φίλη μου τη Μαρία. «Θα σε καταστρέψουν όλοι», μου είπε. «Η μάνα σου θα σε αποκληρώσει.»
Δεν με ένοιαζε πια.
Ένα βράδυ μάζεψα λίγα ρούχα και έφυγα για ένα μικρό ξενοδοχείο στην Πλάκα. Έμεινα εκεί τρεις μέρες μόνη μου, περπατώντας στα στενά, βλέποντας τουρίστες να γελούν και να φωτογραφίζουν την Ακρόπολη – αυτό που πάντα ήθελα κι εγώ: ελευθερία.
Όταν γύρισα σπίτι, ο Γιάννης με περίμενε στην πόρτα.
«Θέλω διαζύγιο», του είπα χωρίς δισταγμό.
Δεν αντέδρασε όπως περίμενα – μόνο χαμήλωσε το βλέμμα και είπε: «Ίσως έτσι είναι καλύτερα.»
Η μάνα μου ήρθε την επόμενη μέρα έξαλλη.
«Μας καταστρέφεις όλους! Δεν σκέφτεσαι κανέναν παρά μόνο τον εαυτό σου!»
Την κοίταξα στα μάτια και της είπα: «Για πρώτη φορά στη ζωή μου θα σκεφτώ εμένα.»
Έχουν περάσει δύο χρόνια από τότε. Ζω μόνη σε ένα μικρό διαμέρισμα στα Πετράλωνα. Δουλεύω ακόμα στο φαρμακείο, αλλά κάθε χρόνο κάνω ένα μικρό ταξίδι μόνη μου – φέτος πήγα στη Ρώμη.
Η σχέση με τη μάνα μου παραμένει δύσκολη. Ο πατέρας μου με παίρνει καμιά φορά τηλέφωνο και μιλάμε για τα παλιά.
Συχνά αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν ακόμα για τους άλλους και όχι για τον εαυτό τους; Πόσες θυσιάζουν τα όνειρά τους για μια οικογενειακή ασφάλεια που τελικά τις πνίγει;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα διαλέγατε την ελευθερία ή την οικογενειακή υποχρέωση;