Είχα το δικαίωμα να διώξω την πεθερά μου από το σπίτι μετά από αυτό που έκανε; Η οικογένειά μου, τα όνειρά μας και μια απρόσμενη προδοσία
«Δεν μπορώ να το πιστέψω, Μαρία! Πώς μπόρεσες να το κάνεις αυτό;» φώναξα, ενώ τα χέρια μου έτρεμαν και η φωνή μου έσπαγε από την αγανάκτηση. Η Μαρία, η πεθερά μου, στεκόταν μπροστά μου με το γνωστό της ύφος, εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω μικρός μέσα στο ίδιο μου το σπίτι. Ο Γιάννης, ο άντρας μου, καθόταν αμήχανος στον καναπέ, κοιτώντας πότε εμένα, πότε τη μητέρα του, ανήμπορος να πάρει θέση.
Όλα ξεκίνησαν πριν από δύο μήνες, όταν επιτέλους μετακομίσαμε στο καινούριο μας σπίτι στη Νέα Σμύρνη. Ήταν το όνειρό μας, το αποτέλεσμα χρόνων δουλειάς και στερήσεων. Θυμάμαι ακόμα τη μέρα που μπήκαμε μέσα, τα παιδιά να τρέχουν από δωμάτιο σε δωμάτιο, εγώ να αγκαλιάζω τον Γιάννη και να του λέω: «Εδώ θα φτιάξουμε τις αναμνήσεις μας». Δεν ήξερα τότε πόσο γρήγορα θα έμπαινε μια σκιά πάνω από τη χαρά μας.
Η Μαρία δεν ήταν ποτέ εύκολη. Από την πρώτη μέρα που γνώρισα τον Γιάννη, κατάλαβα ότι η σχέση τους ήταν περίπλοκη. Ήταν χήρα, μεγάλωσε τον Γιάννη μόνη της, και πάντα ένιωθε ότι κανείς δεν ήταν αρκετά καλός για το γιο της. Εγώ, η «ξένη», η «μοντέρνα», που δεν ήξερα να φτιάχνω γεμιστά όπως εκείνη, που δεν ήμουν από το χωριό τους. Πάντα έβρισκε κάτι να πει, πάντα μια παρατήρηση, πάντα μια σκιά αμφιβολίας.
Εκείνο το απόγευμα, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Μαρία. «Έρχομαι να μείνω λίγες μέρες, δεν αισθάνομαι καλά», είπε με εκείνη τη φωνή που δεν σήκωνε αντίρρηση. Ο Γιάννης, όπως πάντα, δεν τόλμησε να της πει όχι. «Είναι η μάνα μου, τι να κάνω;» μου είπε όταν του ζήτησα να της εξηγήσει ότι τώρα έχουμε τα δικά μας προβλήματα, τα παιδιά, τις δουλειές, το σπίτι που ακόμα δεν είχαμε τελειώσει να τακτοποιούμε. «Λίγες μέρες θα είναι», είπε. Πόσο λάθος κάναμε και οι δύο.
Η Μαρία ήρθε με δύο βαλίτσες και μια σακούλα γεμάτη φάρμακα. Από την πρώτη στιγμή άρχισε να σχολιάζει τα πάντα. «Αυτά τα κουρτινάκια είναι πολύ λεπτά, θα μας βλέπει όλη η γειτονιά», «Το παιδί γιατί δεν φοράει φανέλα; Θα κρυώσει!», «Ο Γιάννης αδυνάτισε, δεν του μαγειρεύεις καλά». Κάθε μέρα ήταν και μια δοκιμασία. Τα παιδιά άρχισαν να αποφεύγουν το σαλόνι, εγώ να κλείνομαι στην κουζίνα, ο Γιάννης να αργεί όλο και περισσότερο στη δουλειά.
Το αποκορύφωμα ήρθε μια Τετάρτη απόγευμα. Είχα γυρίσει νωρίτερα από τη δουλειά και βρήκα τη Μαρία να ψάχνει τα συρτάρια μου. «Τι κάνεις εκεί;» τη ρώτησα, προσπαθώντας να κρατήσω την ψυχραιμία μου. «Ψάχνω το βιβλιάριο του Γιάννη, πρέπει να του κλείσω ραντεβού στο γιατρό. Εσύ δεν τα προσέχεις αυτά», απάντησε, λες και ήμουν ανίκανη να φροντίσω τον άντρα μου. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα να χάνω το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Δεν ήταν μόνο το θράσος της, ήταν η αίσθηση ότι δεν είχα πια ιδιωτικότητα, ότι το σπίτι μου δεν μου ανήκε.
Το βράδυ, όταν ο Γιάννης γύρισε, του τα είπα όλα. «Δεν αντέχω άλλο, πρέπει να της μιλήσεις», του είπα με δάκρυα στα μάτια. Εκείνος, όπως πάντα, προσπάθησε να τα μπαλώσει. «Είναι δύσκολη, αλλά είναι μάνα μου. Θα φύγει σε λίγες μέρες». Αλλά οι μέρες έγιναν εβδομάδες. Η Μαρία άρχισε να καλεί φίλες της στο σπίτι, να σχολιάζει τη διακόσμηση, να λέει στη γειτονιά ότι εκείνη κρατάει το σπίτι γιατί εγώ είμαι «πολύ απασχολημένη με τα δικά μου». Ένιωθα να πνίγομαι.
Η σταγόνα που ξεχείλισε το ποτήρι ήρθε όταν ανακάλυψα ότι είχε μιλήσει με τον ιδιοκτήτη του σπιτιού, πίσω από την πλάτη μας. Είχε πάει να του πει ότι το σπίτι δεν είναι κατάλληλο για τα παιδιά, ότι ίσως να μην είμαστε καλοί ενοικιαστές, ότι εκείνη θα μπορούσε να αναλάβει καλύτερα τη διαχείριση. Το έμαθα τυχαία, όταν ο ιδιοκτήτης με πήρε τηλέφωνο να με ρωτήσει αν ισχύουν αυτά που του είπε η «κυρία Μαρία». Ένιωσα προδομένη, εξευτελισμένη, θυμωμένη. Πώς τόλμησε να ανακατευτεί έτσι στη ζωή μας;
Το ίδιο βράδυ, έγινε ο καυγάς. «Δεν έχεις κανένα δικαίωμα να μιλάς για εμάς χωρίς να μας ρωτήσεις!» της φώναξα. Ο Γιάννης προσπαθούσε να με ηρεμήσει, αλλά για πρώτη φορά στη ζωή μου δεν άντεξα. «Ή φεύγει εκείνη, ή φεύγω εγώ», του είπα. Η Μαρία με κοίταξε με εκείνο το παγωμένο βλέμμα. «Εγώ μεγάλωσα αυτό το παιδί μόνη μου. Εσύ ήρθες και θα φύγεις, εγώ θα είμαι πάντα εδώ», είπε. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβα ότι δεν υπήρχε γυρισμός.
Την επόμενη μέρα, μάζεψα τα πράγματά της και της τα άφησα στην είσοδο. Ο Γιάννης δεν μίλησε. Η Μαρία έφυγε χωρίς να γυρίσει να με κοιτάξει. Τα παιδιά με ρώτησαν γιατί η γιαγιά έφυγε τόσο ξαφνικά. Δεν ήξερα τι να τους απαντήσω. Για μέρες το σπίτι ήταν βουβό, ο Γιάννης απομακρύνθηκε, τα παιδιά ήταν ανήσυχα. Η ενοχή με έπνιγε, αλλά ήξερα ότι δεν μπορούσα να ζήσω άλλο έτσι.
Τώρα, μήνες μετά, ακόμα αναρωτιέμαι: Είχα το δικαίωμα να τη διώξω; Ήμουν σκληρή ή απλώς προστάτεψα την οικογένειά μου; Μπορεί μια πεθερά να καταστρέψει το όνειρο μιας οικογένειας; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;