Η κόρη μας χάθηκε μπροστά στα μάτια μας – Μπορείς στ’ αλήθεια να χάσεις το παιδί σου εξαιτίας του γαμπρού;

«Γιατί δεν απαντάει;» ψιθύρισα στον εαυτό μου, κοιτώντας το κινητό που έμενε πεισματικά σιωπηλό. Ο πατέρας της, ο Μανώλης, καθόταν απέναντί μου στο τραπέζι, με το βλέμμα χαμένο στο άδειο πιάτο. Η σιωπή ανάμεσά μας ήταν πιο βαριά κι από τα χρόνια που μας χώριζαν από την τελευταία φορά που γελάσαμε όλοι μαζί.

«Μήπως να της ξαναστείλεις μήνυμα;» είπε τελικά, με φωνή που έτρεμε από θυμό και απογοήτευση. «Δεν μπορεί να μην θυμάται την επέτειό μας. Είναι δυνατόν;»

Η Αγγελική, το κορίτσι μας, το φως του σπιτιού μας, είχε αλλάξει από τότε που μπήκε στη ζωή της ο Νίκος. Στην αρχή, όλα έμοιαζαν όμορφα. Ήταν χαμογελαστή, γεμάτη όνειρα. Ο Νίκος ήταν ευγενικός, ήσυχος, με εκείνο το βλέμμα που δεν μπορούσες να διαβάσεις. Μας έλεγε πάντα «όλα καλά», αλλά ποτέ δεν άνοιγε την καρδιά του. Εμείς, σαν γονείς, προσπαθήσαμε να τον δεχτούμε. Θέλαμε να είναι ευτυχισμένη η Αγγελική μας.

Όμως, όσο περνούσε ο καιρός, κάτι άλλαζε. Άρχισε να τηλεφωνεί όλο και πιο σπάνια. Οι επισκέψεις της στο πατρικό έγιναν αραιές, πάντα με δικαιολογίες: «Έχουμε δουλειές», «Ο Νίκος είναι κουρασμένος», «Δεν προλαβαίνω». Στην αρχή, δεν δώσαμε σημασία. Όλοι οι νέοι έχουν τη ζωή τους, σκεφτήκαμε. Αλλά όταν ήρθε το Πάσχα και δεν ήρθε ούτε για το αρνί, τότε άρχισα να ανησυχώ στ’ αλήθεια.

«Μαμά, δεν μπορώ να έρθω, ο Νίκος δεν αισθάνεται καλά», μου είπε στο τηλέφωνο, με φωνή που δεν αναγνώριζα. Ήταν ψυχρή, σχεδόν ξένη. «Θα τα πούμε άλλη φορά».

«Αγγελική, σε παρακαλώ, έστω για λίγο. Ο πατέρας σου σε περιμένει», της είπα, προσπαθώντας να κρύψω το τρέμουλο στη φωνή μου.

«Δεν γίνεται, μαμά. Μην επιμένεις», απάντησε και το τηλέφωνο έκλεισε απότομα.

Από εκείνη τη μέρα, κάτι έσπασε μέσα μου. Ο Μανώλης προσπαθούσε να με καθησυχάσει, αλλά έβλεπα κι εκείνον να λυγίζει. Κάθε βράδυ, καθόταν στην πολυθρόνα του και κοιτούσε τις παλιές φωτογραφίες. Η Αγγελική, μικρή, με τα μαλλιά της πλεξούδες, να γελάει στην αγκαλιά του. Τώρα, ούτε ένα χαμόγελο, ούτε ένα μήνυμα.

Προσπάθησα να μιλήσω με τον Νίκο. Τον πήρα τηλέφωνο, του είπα πως ανησυχούμε. Η απάντησή του ήταν κοφτή: «Η Αγγελική είναι καλά. Έχει τη ζωή της τώρα. Να μην ανησυχείτε». Δεν μου άφησε περιθώριο να πω τίποτα άλλο. Έκλεισε το τηλέφωνο και ένιωσα σαν να με είχαν πετάξει έξω από τη ζωή της κόρης μου.

Οι γείτονες άρχισαν να ρωτούν. «Τι κάνει η Αγγελική; Δεν τη βλέπουμε πια». Κάθε φορά που άκουγα το όνομά της, ένιωθα ένα μαχαίρι στην καρδιά. Τι να πω; Ότι η κόρη μας χάθηκε; Ότι δεν ξέρω πια ποια είναι;

Μια μέρα, πήρα το θάρρος και πήγα στο σπίτι τους. Χτύπησα το κουδούνι, η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή. Άνοιξε ο Νίκος. Με κοίταξε ψυχρά, σχεδόν εχθρικά.

«Η Αγγελική δεν είναι εδώ», είπε. «Έχει δουλειά. Να της πω ότι ήρθατε». Δεν με άφησε να περάσω. Ένιωσα τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα, αλλά δεν του έδωσα τη χαρά να με δει να λυγίζω. Γύρισα σπίτι και έκλαψα με λυγμούς.

Ο Μανώλης με βρήκε να κλαίω στην κουζίνα. «Δεν είναι δίκαιο», είπε. «Κάτι της κάνει αυτός. Δεν είναι η κόρη μας αυτή. Την έχει αλλάξει».

Άρχισαν να μας τρώνε οι καβγάδες. Ο Μανώλης ήθελε να πάει να τον βρει, να του μιλήσει, να του πει να αφήσει την Αγγελική να μας δει. Εγώ φοβόμουν. Φοβόμουν μην την απομακρύνουμε ακόμα περισσότερο. Μήπως φταίξαμε κι εμείς; Μήπως κάναμε κάτι λάθος;

Οι μέρες περνούσαν. Η σιωπή της Αγγελικής έγινε τοίχος ανάμεσά μας. Ούτε ένα μήνυμα, ούτε ένα τηλεφώνημα. Μόνο σιωπή. Στο σπίτι, όλα θύμιζαν εκείνη. Τα ρούχα της στη ντουλάπα, τα βιβλία της στο ράφι, το άρωμά της ακόμα στο δωμάτιό της. Κάθε βράδυ, πήγαινα και άνοιγα την πόρτα, μήπως και τη δω να κάθεται στο κρεβάτι της, όπως παλιά.

Η επέτειος του γάμου μας πλησίαζε. Ο Μανώλης ήθελε να κάνει ένα τραπέζι, να καλέσουμε φίλους και συγγενείς. «Ίσως έρθει», είπε με μια ελπίδα που με πονούσε. Ετοίμασα το αγαπημένο της φαγητό, έστρωσα το τραπέζι όπως τότε που ήταν μικρή. Κάθε φορά που χτυπούσε το τηλέφωνο, η καρδιά μου σταματούσε. Αλλά δεν ήταν εκείνη. Πέρασε η μέρα, πέρασε η νύχτα. Η καρέκλα της έμεινε άδεια.

Το βράδυ, ο Μανώλης έσπασε. «Δεν αντέχω άλλο», είπε. «Δεν είναι δυνατόν να μας ξέχασε έτσι. Κάτι της κάνει αυτός. Δεν είναι η κόρη μας αυτή. Θέλω πίσω το παιδί μου».

Ένιωσα το ίδιο. Θυμός, πόνος, ενοχή. Τι κάναμε λάθος; Πώς γίνεται να χάνεις το παιδί σου έτσι, χωρίς να έχεις κάνει τίποτα; Είναι ο Νίκος που την απομακρύνει; Είναι δική της επιλογή; Μήπως δεν ήμασταν αρκετά καλοί γονείς;

Τις επόμενες μέρες, προσπάθησα να της στείλω μήνυμα. «Αγγελική, σε αγαπάμε. Μας λείπεις. Θέλουμε να σε δούμε». Καμία απάντηση. Ο Μανώλης έπεσε σε κατάθλιψη. Δεν μιλούσε, δεν έτρωγε. Κάθε μέρα, γινόταν σκιά του εαυτού του. Εγώ προσπαθούσα να κρατήσω το σπίτι όρθιο, αλλά ένιωθα να πνίγομαι.

Ένα βράδυ, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Αγγελική. Η φωνή της ήταν ξένη, απόμακρη. «Μαμά, δεν μπορώ να έρχομαι συχνά. Ο Νίκος δεν θέλει. Έχουμε τα δικά μας προβλήματα. Να μην με πιέζετε».

«Αγγελική, σε παρακαλώ, πες μου τι συμβαίνει. Σε αγαπάμε. Ο πατέρας σου δεν είναι καλά. Θέλουμε να σε δούμε», της είπα, με δάκρυα στα μάτια.

«Δεν μπορώ, μαμά. Δεν θέλω να μιλήσω άλλο. Καληνύχτα».

Έκλεισε το τηλέφωνο. Ένιωσα να καταρρέω. Ο Μανώλης με βρήκε να κλαίω. «Δεν είναι δυνατόν», είπε. «Δεν μπορεί να μας ξέχασε έτσι. Κάτι της κάνει. Πρέπει να κάνουμε κάτι».

Αλλά τι να κάνουμε; Να πάμε να τη βρούμε; Να μιλήσουμε στον Νίκο; Να φωνάξουμε; Να παρακαλέσουμε; Ή να την αφήσουμε να ζήσει όπως θέλει, ακόμα κι αν αυτό σημαίνει ότι θα τη χάσουμε;

Οι μέρες περνούν. Η σιωπή της είναι το μόνο που μας έμεινε. Το σπίτι άδειο, η καρδιά μας πιο άδεια. Κάθε βράδυ, κοιτάζω τη φωτογραφία της και αναρωτιέμαι: Πού πήγε το κορίτσι μας; Είναι ακόμα εκεί, κάπου βαθιά μέσα της, ή χάθηκε για πάντα;

Μπορείς στ’ αλήθεια να χάσεις το παιδί σου έτσι, χωρίς να φταις; Είναι ο γαμπρός που την πήρε μακριά ή μήπως η ίδια διάλεξε να φύγει; Πείτε μου, εσείς τι θα κάνατε; Θα παλεύατε ή θα την αφήνατε να χαθεί;