«Είπα ψέματα στην κόρη μου ότι μόνο εκείνη και το εγγόνι μου περιμένω σπίτι – τον γαμπρό μου δεν αντέχω»
«Μαμά, δεν αντέχω άλλο…» Η φωνή της Δώρας έσπασε μέσα από το τηλέφωνο, σαν να έσπαγε και η καρδιά μου μαζί της. Ήταν περασμένα μεσάνυχτα, το σπίτι ήσυχο, κι εγώ μόνη στην κουζίνα με ένα φλιτζάνι χαμομήλι που είχε πια κρυώσει. Τα λόγια της με πάγωσαν. «Σε παρακαλώ, μπορείς να έρθεις να μας πάρεις; Εμένα και τη μικρή;»
Δεν χρειάστηκε να ρωτήσω τίποτα άλλο. Ήξερα. Το ήξερα εδώ και καιρό, αλλά δεν ήθελα να το παραδεχτώ. Ο Μάριος, ο γαμπρός μου, δεν ήταν ποτέ αυτό που ήλπιζα για την κόρη μου. Πάντα κάτι με ενοχλούσε – η ψυχρότητά του, το πώς μιλούσε στη Δώρα, το πώς αγνοούσε τη μικρή Ειρήνη όταν έπαιζε στο χαλί. Αλλά η Δώρα επέμενε πως όλα ήταν καλά. «Μαμά, μην ανησυχείς, απλώς είναι κουρασμένος από τη δουλειά», μου έλεγε ξανά και ξανά. Κι εγώ, σαν χαζή, το δεχόμουν. Μέχρι εκείνο το βράδυ.
Έφτασα στο σπίτι τους μέσα σε είκοσι λεπτά. Η Δώρα στεκόταν στην είσοδο με τη μικρή στην αγκαλιά, τα μάτια της πρησμένα από το κλάμα. Ο Μάριος δεν φαινόταν πουθενά. «Πάμε, μαμά, σε παρακαλώ», μου ψιθύρισε. Δεν είπα τίποτα. Της έπιασα το χέρι και φύγαμε.
Στο αυτοκίνητο, η Δώρα δεν μιλούσε. Η μικρή είχε αποκοιμηθεί, το κεφαλάκι της γερμένο στον ώμο της μαμάς της. Οδήγησα σιωπηλή, αλλά μέσα μου φώναζα. Πώς φτάσαμε ως εδώ; Πώς άφησα το παιδί μου να υποφέρει; Τι μάνα είμαι;
Όταν φτάσαμε σπίτι, έστρωσα το κρεβάτι του παιδιού μου, έβαλα τη μικρή να κοιμηθεί και κάθισα δίπλα στη Δώρα. «Θες να μου πεις τι έγινε;» τη ρώτησα απαλά. Εκείνη με κοίταξε με μάτια γεμάτα ντροπή και πόνο. «Μαμά, δεν αντέχω άλλο. Ο Μάριος… δεν είναι αυτός που νόμιζα. Φωνάζει, θυμώνει με το παραμικρό, με προσβάλλει μπροστά στη μικρή. Απόψε… απόψε με έσπρωξε. Δεν ήθελα να το πιστέψω, αλλά το έκανε. Και η Ειρήνη είδε τα πάντα.»
Ένιωσα το αίμα μου να παγώνει. Ο θυμός και η αγωνία μπερδεύτηκαν μέσα μου. «Δεν θα τον αφήσω να σας ξαναπληγώσει», της είπα. «Είσαι σπίτι σου τώρα. Εδώ είστε ασφαλείς.»
Τις επόμενες μέρες, το σπίτι γέμισε με τη φωνούλα της Ειρήνης και τη σιωπή της Δώρας. Ο Μάριος τηλεφωνούσε ξανά και ξανά. Η Δώρα δεν απαντούσε. Εγώ, κάθε φορά που έβλεπα το όνομά του στην οθόνη, ένιωθα το στομάχι μου να σφίγγεται. Δεν ήθελα να τον ξαναδώ. Δεν ήθελα να τον αφήσω να μπει στο σπίτι μου, να φέρει ξανά τη σκιά του πάνω από το παιδί μου και το εγγόνι μου.
Μια μέρα, η Δώρα με κοίταξε διστακτικά. «Μαμά, αν ο Μάριος έρθει να μας δει…»
«Όχι», της απάντησα κοφτά. «Δεν θέλω να τον ξαναδώ εδώ. Εσύ και η Ειρήνη είστε πάντα καλοδεχούμενες. Αυτός, όχι.»
Η Δώρα χαμήλωσε το βλέμμα. «Είναι ο πατέρας της Ειρήνης…»
«Και τι μ’ αυτό;» ξέσπασα. «Ο πατέρας δεν είναι μόνο τίτλος. Είναι ευθύνη. Και αυτός απέτυχε.»
Η Δώρα δεν απάντησε. Την είδα να δαγκώνει τα χείλη της, να παλεύει με τα δάκρυά της. Ήξερα ότι την πλήγωνα, αλλά δεν άντεχα άλλο. Δεν άντεχα να βλέπω το παιδί μου να υποφέρει εξαιτίας του.
Τις επόμενες μέρες, ο Μάριος άρχισε να στέλνει μηνύματα. «Θέλω να δω την κόρη μου», έγραφε. «Δεν μπορείς να μου την πάρεις.» Η Δώρα τα διάβαζε και τα έσβηνε. Μια μέρα, όμως, ήρθε στο σπίτι. Χτύπησε το κουδούνι δυνατά, σχεδόν απειλητικά. Η καρδιά μου πήγε να σπάσει. Άνοιξα την πόρτα και τον είδα μπροστά μου, με μάτια κόκκινα από τον θυμό.
«Πού είναι η Δώρα;» φώναξε. «Θέλω να δω το παιδί μου!»
Στάθηκα μπροστά του, αποφασισμένη. «Η Δώρα και η Ειρήνη είναι καλά. Δεν έχεις θέση εδώ, Μάριε. Φύγε.»
«Δεν μπορείς να με διώξεις από το σπίτι της γυναίκας μου!»
«Αυτό είναι το σπίτι μου», του απάντησα ψυχρά. «Και όσο είμαι εγώ εδώ, δεν θα σε αφήσω να τις πληγώσεις ξανά.»
Ο Μάριος με κοίταξε με μίσος. «Θα το μετανιώσεις», μου είπε και έφυγε χτυπώντας την πόρτα.
Η Δώρα με βρήκε να τρέμω στην κουζίνα. «Μαμά, μήπως είσαι πολύ σκληρή; Μήπως πρέπει να του δώσω μια ευκαιρία;»
Την κοίταξα στα μάτια. «Δώρα μου, πόσες ευκαιρίες του έδωσες ήδη; Πόσες φορές έκλαψες εξαιτίας του; Δεν θέλω να σε βλέπω έτσι. Δεν θέλω να μεγαλώσει η Ειρήνη μέσα στον φόβο.»
Η Δώρα έβαλε τα κλάματα. Την αγκάλιασα σφιχτά. «Εγώ είμαι εδώ για σένα. Ό,τι κι αν αποφασίσεις. Αλλά αυτός ο άνθρωπος δεν θα μπει ξανά στο σπίτι μου.»
Οι μέρες περνούσαν αργά. Η Δώρα άρχισε να ψάχνει δουλειά, να προσπαθεί να σταθεί στα πόδια της. Η μικρή Ειρήνη άρχισε να γελάει ξανά, να παίζει με τα παιχνίδια της, να μου φέρνει ζωγραφιές. Κάθε φορά που την έβλεπα, ένιωθα ένα βάρος να φεύγει από την καρδιά μου. Αλλά το βράδυ, όταν όλα ησύχαζαν, με έπνιγε η ενοχή. Μήπως ήμουν εγώ το πρόβλημα; Μήπως έπρεπε να προσπαθήσω περισσότερο να κρατήσω την οικογένεια ενωμένη; Μήπως ήμουν εγωίστρια που δεν ήθελα τον Μάριο κοντά μας;
Ένα βράδυ, η Δώρα ήρθε και κάθισε δίπλα μου. «Μαμά, ξέρεις… Σ’ ευχαριστώ που μας στήριξες. Ξέρω ότι δεν είναι εύκολο. Αλλά φοβάμαι. Φοβάμαι ότι αν τον αφήσω να ξαναμπεί στη ζωή μας, θα ξαναγίνουν τα ίδια.»
Της έπιασα το χέρι. «Δεν είσαι μόνη σου. Εγώ θα είμαι πάντα εδώ. Ό,τι κι αν γίνει.»
Η Δώρα με αγκάλιασε. «Μαμά, φοβάμαι ότι δεν θα ξαναβρώ ποτέ την ευτυχία. Ότι η Ειρήνη θα μεγαλώσει χωρίς πατέρα.»
«Καλύτερα χωρίς πατέρα, παρά με έναν που την πληγώνει», της είπα. «Η αγάπη δεν μετριέται με τίτλους, αλλά με πράξεις.»
Από εκείνο το βράδυ, πήρα μια απόφαση. Δεν θα άφηνα τον Μάριο να ξαναμπεί στη ζωή μας. Όσο κι αν με πλήγωνε να βλέπω τη Δώρα να παλεύει με τις ενοχές της, ήξερα ότι έκανα το σωστό. Προτιμούσα να με κατηγορήσει για σκληρότητα, παρά να τη δω ξανά πληγωμένη.
Τώρα, κάθε βράδυ, όταν κοιτάζω τη Δώρα και την Ειρήνη να κοιμούνται ήσυχες, αναρωτιέμαι: Είμαι εγωίστρια που δεν θέλω τον γαμπρό μου στο σπίτι μου; Ή απλώς μια μάνα που προσπαθεί να προστατεύσει το παιδί της; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;