Ανάμεσα σε Δύο Καρδιές: Μάνα, Άντρας και το Σπίτι που Μοιράζει την Αγάπη
«Δεν αντέχω άλλο, Ιωάννα! Δεν γίνεται να μένει η μάνα σου εδώ, το σπίτι μας έχει γίνει νοσοκομείο!» Η φωνή του Νίκου αντηχεί στους τοίχους του σαλονιού, πιο δυνατή κι από το βουητό της βροχής που χτυπάει τα παράθυρα. Κάθομαι στην άκρη του καναπέ, τα χέρια μου σφιγμένα, τα μάτια μου καρφωμένα στο πάτωμα. Η μητέρα μου, η κυρία Μαρία, κοιμάται στο μικρό δωμάτιο δίπλα, το πρόσωπό της χλωμό, το σώμα της αδύναμο από τον καρκίνο που της τρώει τη ζωή μέρα με τη μέρα.
«Νίκο, σε παρακαλώ… Δεν μπορώ να τη στείλω μόνη της, είναι άρρωστη, δεν έχει κανέναν άλλον!» ψιθυρίζω, νιώθοντας το λαιμό μου να σφίγγεται. Τα μάτια του γεμίζουν θυμό και απογοήτευση. «Κι εμείς; Εμείς τι είμαστε; Δεν έχουμε δικαίωμα στην ησυχία μας; Στο γάμο μας; Τρία χρόνια τώρα, όλο προβλήματα! Πρώτα η δουλειά σου, μετά τα οικονομικά, τώρα η μάνα σου!»
Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά, σαν να θέλει να σπάσει το στήθος μου. Θυμάμαι τα παιδικά μου χρόνια στη Θεσσαλονίκη, τη μάνα μου να με κρατάει αγκαλιά όταν φοβόμουν το σκοτάδι, να δουλεύει διπλοβάρδιες για να μη μου λείψει τίποτα. Τώρα, εγώ πρέπει να διαλέξω ανάμεσα σε εκείνη και στον άντρα που διάλεξα να μοιραστώ τη ζωή μου. Πώς γίνεται να είναι τόσο άδικο;
«Δεν ζητάω να μείνει για πάντα… Μόνο μέχρι να γίνει λίγο καλύτερα. Θα βρω μια γυναίκα να τη βοηθάει, θα πληρώσω εγώ…» προσπαθώ να βρω μια λύση, αλλά ο Νίκος σηκώνει τα χέρια ψηλά. «Δεν με νοιάζει! Θέλω το σπίτι μου πίσω! Θέλω να ξυπνάω και να μην ακούω βογγητά και φάρμακα! Θέλω να σε έχω για μένα, όχι να τρέχεις όλη μέρα πίσω από τη μάνα σου!»
Η φωνή του σπάει κάτι μέσα μου. Νιώθω ενοχές, θυμό, αδικία. Πόσες φορές δεν έχω βάλει τον εαυτό μου τελευταίο; Πόσες φορές δεν έχω θυσιάσει τα πάντα για τους άλλους; Η μητέρα μου, ανήμπορη, με χρειάζεται. Ο άντρας μου, κουρασμένος, με χρειάζεται. Εγώ; Εγώ πού είμαι σε όλο αυτό;
Το βράδυ, όταν όλα ησυχάζουν, κάθομαι δίπλα στη μάνα μου. Τα μάτια της μισόκλειστα, το χέρι της αδύναμο μέσα στο δικό μου. «Ιωάννα μου… Μην τσακώνεστε για μένα. Αν είναι να φύγω, να φύγω. Δεν θέλω να σας χαλάσω το σπίτι…» ψιθυρίζει. Τα δάκρυα τρέχουν χωρίς να το καταλάβω. «Μαμά, μην το λες αυτό… Δεν μπορώ να σε αφήσω μόνη σου. Δεν μπορώ…»
Την επόμενη μέρα, ο Νίκος φεύγει νωρίς για τη δουλειά. Το σπίτι είναι βουβό. Παίρνω τηλέφωνο την αδερφή μου, τη Σοφία, που μένει στην Κρήτη. «Σοφία, δεν αντέχω άλλο. Ο Νίκος θέλει να βάλω τη μαμά σε νοικιασμένο διαμέρισμα. Δεν μπορώ να το κάνω…» Η φωνή της αδερφής μου είναι ψυχρή. «Ιωάννα, κι εγώ τι να κάνω από εδώ; Έχω τα παιδιά, τον άντρα μου, τη δουλειά μου. Δεν γίνεται να έρθω. Εσύ είσαι εκεί, εσύ αποφασίζεις.»
Νιώθω μόνη. Σαν να με έχουν εγκαταλείψει όλοι. Στο σούπερ μάρκετ, οι γειτόνισσες με κοιτάνε με λύπηση. «Πώς τα καταφέρνεις, κορίτσι μου;» με ρωτάει η κυρία Ελένη. «Δεν ξέρω…» απαντώ, και νιώθω τα μάτια μου να γεμίζουν ξανά.
Το βράδυ, ο Νίκος επιστρέφει. Κάθεται απέναντί μου, το πρόσωπό του κουρασμένο. «Ιωάννα, πρέπει να αποφασίσεις. Δεν μπορώ άλλο. Ή εγώ ή η μάνα σου. Δεν γίνεται αλλιώς.»
Η φράση του με διαλύει. Πώς να διαλέξω; Πώς να αφήσω τη μάνα μου μόνη, άρρωστη, σε ένα ξένο σπίτι; Πώς να χάσω τον άντρα μου, τον άνθρωπο που αγαπώ; Όλη τη νύχτα στριφογυρίζω στο κρεβάτι. Σκέφτομαι τα πάντα: τα παιδικά μου χρόνια, τις θυσίες της μάνας μου, τα όνειρα που είχα με τον Νίκο, το σπίτι που χτίσαμε μαζί. Όλα μοιάζουν να γκρεμίζονται.
Την επόμενη μέρα, παίρνω τη μάνα μου από το χέρι και βγαίνουμε στο μπαλκόνι. Ο ήλιος δύει πίσω από τον Όλυμπο. «Μαμά, αν φύγεις, δεν θα το αντέξω. Αλλά κι αν μείνεις, φοβάμαι ότι θα χάσω τον Νίκο. Τι να κάνω;» Εκείνη με κοιτάζει με τα κουρασμένα της μάτια. «Να κάνεις αυτό που λέει η καρδιά σου, παιδί μου. Εγώ θα σε αγαπάω ό,τι κι αν γίνει.»
Τη νύχτα, ο Νίκος με πλησιάζει. «Συγγνώμη αν ήμουν σκληρός… Αλλά νιώθω ότι σε χάνω. Δεν αντέχω να σε βλέπω να πονάς. Δεν αντέχω να ζω σε ένα σπίτι που δεν είναι πια δικό μας.»
«Κι εγώ πονάω, Νίκο. Δεν ξέρω πώς να τα ισορροπήσω όλα. Δεν θέλω να σε χάσω, αλλά δεν μπορώ να αφήσω τη μάνα μου. Αν ήσουν εσύ στη θέση μου;»
Σιωπή. Για πρώτη φορά, βλέπω δάκρυα στα μάτια του. «Δεν ξέρω… Ίσως να έκανα το ίδιο.»
Οι μέρες περνούν. Η μητέρα μου χειροτερεύει. Ο Νίκος απομακρύνεται. Το σπίτι γεμίζει σιωπές και βλέμματα που αποφεύγουν το ένα το άλλο. Μια μέρα, βρίσκω τον Νίκο να μαζεύει ρούχα. «Θα πάω να μείνω λίγο στη μητέρα μου. Ίσως έτσι βρεις τι θέλεις πραγματικά.»
Μένω μόνη. Η μητέρα μου με κοιτάζει με αγωνία. «Μην αφήσεις να χαθεί η αγάπη, Ιωάννα. Για κανέναν λόγο.»
Τις νύχτες, κάθομαι στο μπαλκόνι και κοιτάζω τα φώτα της πόλης. Αναρωτιέμαι αν υπάρχει σωστή απάντηση. Αν μπορείς να είσαι καλή κόρη και καλή σύζυγος ταυτόχρονα. Αν η αγάπη έχει όρια ή αν πρέπει να θυσιάσεις ένα κομμάτι της για να σώσεις το άλλο.
Και τώρα, σας ρωτάω: Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Μπορεί μια καρδιά να χωρέσει δύο αγάπες χωρίς να σπάσει;