Ανάμεσα σε τέσσερις τοίχους: Όταν η καρδιά δεν ξέρει πού ανήκει
«Δεν θα της ανοίξω, Μαρία. Δεν γίνεται πάλι τα ίδια!», φώναξε ο Γιάννης, χτυπώντας το χέρι του στο τραπέζι. Η βροχή έξω χτυπούσε τα τζάμια σαν να ήθελε να μπει μέσα, να μας πνίξει όλους με το βάρος της. Κοίταξα το κινητό μου, το μήνυμα της Σοφίας ακόμα φωτεινό στην οθόνη: «Σε παρακαλώ, άνοιξέ μου. Δεν έχω πού να πάω.»
Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα σπάσει. Η Σοφία ήταν η παιδική μου φίλη, η αδερφή που δεν είχα ποτέ. Είχαμε περάσει μαζί τα πάντα: πρώτους έρωτες, πανελλήνιες, γάμους, κηδείες. Ήξερα ότι περνούσε δύσκολα με τον άντρα της, τον Μάνο, αλλά ποτέ δεν περίμενα να τη δω να στέκεται έξω από την πόρτα μου, μέσα στη νύχτα, βρεγμένη ως το κόκαλο.
«Γιάννη, σε παρακαλώ, είναι η Σοφία! Δεν μπορείς να της το κάνεις αυτό!»
«Κι εγώ τι είμαι; Ξενοδοχείο; Κάθε φορά που μαλώνει με τον άντρα της, εδώ θα έρχεται; Δεν αντέχω άλλο αυτή την κατάσταση, Μαρία. Έχουμε κι εμείς τα δικά μας προβλήματα!»
Τα λόγια του με χτύπησαν σαν μαχαιριά. Ήξερα ότι είχε δίκιο, με κάποιον τρόπο. Τον τελευταίο καιρό, η σχέση μας είχε γίνει ψυχρή, σχεδόν τυπική. Οι καβγάδες για τα λεφτά, για τα παιδιά, για τα πεθερικά, είχαν γίνει καθημερινότητα. Η Σοφία ήταν η μόνη που με άκουγε, που με καταλάβαινε. Πώς να της γυρίσω την πλάτη τώρα;
Άνοιξα την πόρτα χωρίς να τον κοιτάξω. Η Σοφία στάθηκε μπροστά μου, τα μάτια της κόκκινα, τα μαλλιά της κολλημένα στο πρόσωπό της. «Συγγνώμη, Μαρία… Δεν ήξερα πού αλλού να πάω…»
Την αγκάλιασα σφιχτά. «Έλα μέσα, όλα θα πάνε καλά.»
Ο Γιάννης πέρασε δίπλα μας, χωρίς να πει λέξη. Ένιωσα το βλέμμα του σαν παγωμένο μαχαίρι στην πλάτη μου. Η Σοφία κάθισε στον καναπέ, τρέμοντας. Της έδωσα μια πετσέτα και της έφτιαξα τσάι. «Τι έγινε;» τη ρώτησα χαμηλόφωνα, ενώ ο Γιάννης έκλεινε δυνατά την πόρτα της κρεβατοκάμαρας.
«Δεν αντέχω άλλο, Μαρία. Ο Μάνος… με έσπρωξε. Μου φώναξε μπροστά στα παιδιά. Φοβήθηκα…»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Η Σοφία δεν ήταν ποτέ αδύναμη. Πάντα γελούσε, πάντα σήκωνε το κεφάλι ψηλά. Τώρα όμως ήταν σπασμένη, σαν να είχε χαθεί το φως της.
«Θα μείνεις εδώ όσο χρειαστεί», της είπα, αν και ήξερα ότι αυτό θα έφερνε καταιγίδα στο σπίτι μου.
Τις επόμενες μέρες, το σπίτι μας έγινε πεδίο μάχης. Ο Γιάννης δεν μου μιλούσε. Τα παιδιά ρωτούσαν γιατί η θεία Σοφία κοιμάται στον καναπέ. Η μητέρα του Γιάννη, που έμενε στον πάνω όροφο, άρχισε να ψιθυρίζει πως «δεν είναι σωστά πράγματα αυτά». Η Σοφία προσπαθούσε να βοηθήσει, να μην ενοχλεί, αλλά η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρισμένη.
Ένα βράδυ, καθώς έπλενα τα πιάτα, ο Γιάννης μπήκε στην κουζίνα. «Πόσο ακόμα θα το ανεχτείς αυτό;»
«Τι να κάνω, Γιάννη; Να τη διώξω; Να την αφήσω στο δρόμο;»
«Δεν είναι δική μας ευθύνη! Έχουμε κι εμείς προβλήματα, Μαρία. Δεν βλέπεις ότι απομακρυνόμαστε;»
«Απομακρυνόμαστε γιατί δεν μιλάμε πια. Γιατί όλα τα βλέπεις σαν βάρος. Η Σοφία είναι φίλη μου, οικογένειά μου!»
«Κι εγώ; Εγώ τι είμαι;»
Δεν ήξερα τι να απαντήσω. Ένιωθα πως έπρεπε να διαλέξω πλευρά, αλλά η καρδιά μου ήταν κομμένη στα δύο.
Την επόμενη μέρα, η Σοφία έλαβε ένα μήνυμα από τον Μάνο. Ήθελε να τη δει, να μιλήσουν. Την προειδοποίησα να προσέχει, αλλά εκείνη ήθελε να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία. Την είδα να φεύγει με το κεφάλι σκυμμένο, και μέσα μου ευχόμουν να μην το μετανιώσει.
Το βράδυ, ο Γιάννης με βρήκε στο μπαλκόνι. «Μαρία, δεν θέλω να σε χάσω. Αλλά νιώθω ότι δεν είμαι πια η προτεραιότητά σου.»
«Δεν είναι έτσι, Γιάννη. Απλώς… δεν μπορώ να αγνοήσω τη Σοφία. Αν ήσουν εσύ στη θέση της;»
«Δεν θα ήμουν ποτέ. Εγώ δεν θα έφευγα από το σπίτι μου.»
«Κανείς δεν ξέρει τι του ξημερώνει, Γιάννη. Μην είσαι τόσο σίγουρος.»
Η Σοφία γύρισε αργά το βράδυ, με μάτια πρησμένα. «Τέλος, Μαρία. Δεν έχει νόημα. Θα πάω σε μια ξαδέρφη μου στη Θεσσαλονίκη. Δεν θέλω να σας φέρω άλλα προβλήματα.»
Την αγκάλιασα, νιώθοντας ένα κενό να ανοίγει μέσα μου. Όταν έφυγε, το σπίτι έμοιαζε πιο άδειο από ποτέ. Ο Γιάννης με πλησίασε, με πήρε αγκαλιά. «Θα τα καταφέρουμε, Μαρία. Αρκεί να είμαστε μαζί.»
Πέρασαν μήνες. Η Σοφία βρήκε δουλειά στη Θεσσαλονίκη, άρχισε να ξαναχαμογελά. Εγώ και ο Γιάννης προσπαθήσαμε να ξαναβρούμε ο ένας τον άλλον, αλλά κάτι είχε αλλάξει. Η εμπιστοσύνη είχε ραγίσει, η καθημερινότητα είχε αφήσει τα σημάδια της.
Συχνά αναρωτιέμαι: Έκανα το σωστό; Μπορεί μια φιλία να σταθεί πάνω από την οικογένεια; Ή μήπως, όταν όλα καταρρέουν, πρέπει να διαλέξεις ποιον θα σώσεις πρώτο; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;