Δύο Γάμοι, Καμία Ικανοποίηση: Η Ψευδαίσθηση της Βασίλισσας

«Δεν είμαι η βασίλισσά σου, Νίκο! Δεν θέλω να με λατρεύεις, θέλω να με καταλαβαίνεις!» φώναξα, με τη φωνή μου να τρέμει από θυμό και απογοήτευση. Ο Νίκος με κοίταξε με εκείνο το βλέμμα που πάντα με έκανε να νιώθω μικρή, σαν να μην ήξερα τι ζητούσα. «Μα εσύ δεν ήθελες να σε έχω στα ώπα-ώπα; Να σου φέρνω λουλούδια, να σε προσέχω, να μην σου λείπει τίποτα;» Η φωνή του ήταν ήρεμη, σχεδόν κουρασμένη. Για μια στιγμή, η σιωπή ανάμεσά μας ήταν πιο βαριά κι από τα χρόνια που κουβαλούσαμε.

Αυτή η σκηνή δεν ήταν η πρώτη, ούτε η τελευταία. Ήταν όμως η στιγμή που κατάλαβα πως το παραμύθι που κυνηγούσα από τα φοιτητικά μου χρόνια στην Αθήνα, δεν υπήρχε. Ήμουν η Μαρία, η κόρη του κυρίου Σταύρου από το Περιστέρι, που μεγάλωσε με τη μάνα της να της λέει πως «αν δεν σε λατρεύει ο άντρας σου, δεν αξίζει να τον παντρευτείς». Μεγάλωσα με το όνειρο να βρω τον πρίγκιπα που θα με κάνει να νιώθω μοναδική, να με κοιτάει σαν να είμαι το κέντρο του κόσμου του. Και το πίστεψα τόσο πολύ, που όταν ο πρώτος μου άντρας, ο Γιάννης, άρχισε να με θεωρεί δεδομένη, ένιωσα να καταρρέω.

Ο Γιάννης ήταν ο πρώτος μου μεγάλος έρωτας. Γνωριστήκαμε στη σχολή, εκείνος Πολιτικός Μηχανικός, εγώ Φιλολογία. Ήταν γοητευτικός, έξυπνος, με χιούμορ. Τον πρώτο καιρό με έπαιρνε κάθε μέρα τηλέφωνο, μου έφερνε καφέδες στη βιβλιοθήκη, μου έγραφε σημειώματα γεμάτα αγάπη. Ένιωθα πως είχα βρει αυτό που πάντα έψαχνα. Όταν μου έκανε πρόταση γάμου, δεν το σκέφτηκα δεύτερη φορά. Η μάνα μου έκλαιγε από χαρά, ο πατέρας μου έκανε το τραπέζι σε όλο το σόι. Όλα έμοιαζαν τέλεια, μέχρι που ήρθε η καθημερινότητα.

Ο Γιάννης άρχισε να δουλεύει πολλές ώρες. Εγώ έμεινα σπίτι, ψάχνοντας δουλειά, μα η κρίση είχε χτυπήσει για τα καλά. Τα νεύρα μου ήταν τεντωμένα, ένιωθα πως δεν με προσέχει πια. «Δεν με κοιτάς όπως παλιά», του έλεγα. «Έχω άγχος, Μαρία, δεν το βλέπεις;» μου απαντούσε. Κάθε μέρα γινόταν και πιο απόμακρος. Άρχισα να ζηλεύω, να ψάχνω το κινητό του, να τον ρωτάω πού ήταν. Εκείνος κουραζόταν, εγώ θύμωνα. Μια μέρα, μετά από έναν άγριο καβγά, μάζεψα τα πράγματά μου και γύρισα στο πατρικό μου. Η μάνα μου με αγκάλιασε, ο πατέρας μου δεν είπε λέξη. «Δεν ήταν ο σωστός, κορίτσι μου», μου είπε η μάνα μου. «Θα βρεις κάποιον που θα σε λατρεύει.»

Πέρασαν δύο χρόνια. Δούλεψα σε φροντιστήριο, έκανα φίλους, βγήκα ξανά. Κάποια στιγμή γνώρισα τον Νίκο. Ήταν διαφορετικός. Από την πρώτη στιγμή με έκανε να νιώθω βασίλισσα. Μου έφερνε λουλούδια, μου μαγείρευε, με πήγαινε βόλτες στη θάλασσα. Ό,τι ήθελα, το είχα. Η μάνα μου τον λάτρεψε. «Αυτός είναι άντρας, Μαρία! Να τον κρατήσεις!» Ο πατέρας μου, πιο σιωπηλός, με κοίταζε με ένα βλέμμα που δεν καταλάβαινα τότε. Παντρευτήκαμε γρήγορα, μέσα σε ένα χρόνο. Όλα έμοιαζαν ιδανικά, μέχρι που άρχισα να νιώθω… άδεια.

Ο Νίκος με λάτρευε, αλλά δεν με άκουγε. Ό,τι έλεγα, το έκανε, χωρίς να ρωτήσει γιατί το θέλω, αν το χρειάζομαι, αν με κάνει ευτυχισμένη. Ήμουν η βασίλισσά του, αλλά όχι η σύντροφός του. Δεν συζητούσαμε, δεν διαφωνούσαμε, δεν υπήρχε πάθος, μόνο μια γλυκιά ρουτίνα. Οι φίλες μου με ζήλευαν. «Είσαι τυχερή, Μαρία! Εμείς παλεύουμε με τους άντρες μας, εσύ έχεις τον Νίκο να σε προσέχει!» Μα εγώ ένιωθα μόνη. Άρχισα να ψάχνω αφορμές για καβγάδες, να του ζητάω πράγματα που δεν ήθελα, μόνο και μόνο για να δω αν θα αντιδράσει. Εκείνος χαμογελούσε και τα έκανε όλα. Μια μέρα, του είπα πως θέλω να χωρίσουμε. Με κοίταξε σαν χαμένο παιδί. «Γιατί, Μαρία; Τι έκανα;» Δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Δεν είχε κάνει τίποτα, κι όμως, όλα ήταν λάθος.

Η μάνα μου δεν το άντεξε. «Δύο γάμοι, Μαρία; Τι θα πει ο κόσμος;» Ο πατέρας μου, για πρώτη φορά, μίλησε. «Άσε το κορίτσι να βρει την άκρη της. Δεν είναι όλα όπως τα φανταζόμαστε.» Εκείνη τη μέρα, κατάλαβα πως δεν ήξερα τι ήθελα. Ήθελα να με λατρεύουν, αλλά όχι να με πνίγουν. Ήθελα πάθος, αλλά φοβόμουν τη σύγκρουση. Ήθελα να είμαι βασίλισσα, αλλά όχι μόνη στο θρόνο μου.

Τα χρόνια πέρασαν. Έμεινα μόνη, δούλεψα, ταξίδεψα, γνώρισα ανθρώπους. Έκανα ψυχοθεραπεία, μίλησα με φίλους, άκουσα ιστορίες άλλων γυναικών. Κατάλαβα πως το παραμύθι που μου έμαθαν μικρή ήταν ψέμα. Κανείς δεν μπορεί να σε κάνει ευτυχισμένη αν δεν είσαι εσύ καλά με τον εαυτό σου. Η αγάπη δεν είναι λατρεία, είναι συντροφικότητα, κατανόηση, κοινή πορεία. Δεν είναι να σε βάζουν σε βάθρο, αλλά να περπατάς δίπλα σε κάποιον, να γελάς, να κλαις, να διαφωνείς, να ζεις.

Σήμερα, όταν κοιτάζω πίσω, δεν μετανιώνω για τους γάμους μου. Ήταν μαθήματα. Ο Γιάννης με έμαθε πως η αγάπη θέλει προσπάθεια και υπομονή. Ο Νίκος με έμαθε πως η λατρεία χωρίς επικοινωνία είναι φυλακή. Η μάνα μου ακόμα ελπίζει να ξαναπαντρευτώ. Ο πατέρας μου με ρωτάει αν είμαι καλά. Κι εγώ, για πρώτη φορά, μπορώ να πω πως είμαι. Δεν είμαι βασίλισσα, είμαι απλά η Μαρία. Και αυτό μου φτάνει.

Αναρωτιέμαι, λοιπόν: Πόσες από εμάς κυνηγάμε το παραμύθι που μας έμαθαν μικρές; Πόσες φορές πρέπει να πέσουμε για να μάθουμε να στεκόμαστε στα πόδια μας; Περιμένω να ακούσω τις δικές σας ιστορίες. Εσείς τι πιστεύετε;