«Δεν Αντέχω Άλλο! Κάν’ Την Να Σταματήσει Να Κλαίει!» – Η Τελευταία Σταγόνα Με Την Πεθερά Μου
«Γιατί κλαίει το παιδί;» Η φωνή της Ελισάβετ, της πεθεράς μου, διαπερνάει το σαλόνι σαν μαχαίρι. Η μικρή μου, η Μαρία, είναι ξαπλωμένη στον καναπέ, τα μάγουλά της κατακόκκινα από τον πυρετό, τα μάτια της γεμάτα δάκρυα. Προσπαθώ να της βάλω το θερμόμετρο, αλλά εκείνη στριφογυρίζει, φωνάζει, κλαίει. «Είναι άρρωστη, τι να κάνω…» απαντώ, με μια φωνή που τρέμει από την κούραση και την απόγνωση.
Η Ελισάβετ σηκώνει τα χέρια της στον αέρα, σαν να παραδίδεται. «Δεν αντέχω άλλο! Κάν’ την να σταματήσει να κλαίει, το κεφάλι μου πάει να σπάσει!» Η φωνή της είναι γεμάτη ένταση, σχεδόν θυμό. Νιώθω το στομάχι μου να σφίγγεται. Δεν είναι η πρώτη φορά που συμβαίνει αυτό. Από τότε που μετακομίσαμε στο σπίτι της, μετά τον χωρισμό μου με τον Κώστα, όλα είναι μια διαρκής δοκιμασία. Η Μαρία είναι μόλις τριών ετών, και κάθε φορά που αρρωσταίνει, η Ελισάβετ γίνεται άλλος άνθρωπος.
«Μαμά, νερό…» ψιθυρίζει η Μαρία, και τρέχω στην κουζίνα. Η Ελισάβετ με ακολουθεί, τα βήματά της βαριά. «Δεν μπορείς να κάνεις κάτι; Να της δώσεις ένα φάρμακο, να ησυχάσει;» Η φωνή της είναι γεμάτη ανυπομονησία. «Της έδωσα ήδη, περιμένω να δράσει…» προσπαθώ να εξηγήσω, αλλά εκείνη με διακόπτει. «Εγώ όταν ήμουν μάνα, δεν άφηνα το παιδί να κλαίει έτσι. Κάτι δεν κάνεις σωστά!»
Τα λόγια της με πληγώνουν. Θυμάμαι τις νύχτες που ξενυχτούσα μόνη, όταν ο Κώστας δούλευε διπλοβάρδιες στο εργοστάσιο. Τώρα, χωρίς εκείνον, νιώθω ακόμα πιο μόνη. Η Ελισάβετ, αντί να με στηρίζει, με κρίνει διαρκώς. «Μαμά, πονάει το κεφάλι μου…» ακούγεται ξανά η Μαρία. Τρέχω κοντά της, της χαϊδεύω τα μαλλιά. «Θα περάσει, αγάπη μου, είμαι εδώ…»
Η Ελισάβετ στέκεται από πάνω μας, τα χέρια της στη μέση. «Δεν καταλαβαίνεις ότι δεν αντέχω άλλο; Έχω και εγώ τα δικά μου προβλήματα! Πώς θα ξεκουραστώ με αυτό το κλάμα;» Η φωνή της ανεβαίνει, και η Μαρία κλαίει ακόμα πιο δυνατά. Νιώθω τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Δεν ξέρω τι να κάνω. Να φωνάξω; Να φύγω; Δεν έχω που να πάω.
Το τηλέφωνο χτυπάει. Είναι η αδερφή μου, η Άννα. «Τι γίνεται;» ρωτάει. Η φωνή μου σπάει. «Δεν αντέχω άλλο, Άννα. Η μαμά του Κώστα με πιέζει, η μικρή είναι άρρωστη, δεν έχω δύναμη…» Η Άννα προσπαθεί να με ηρεμήσει. «Κάνε υπομονή, θα περάσει. Θέλεις να έρθω;» «Όχι, δεν θέλω να την εκνευρίσω κι άλλο…»
Η Ελισάβετ με κοιτάει με βλέμμα σκληρό. «Πάλι μιλάς στο τηλέφωνο; Εγώ εδώ υποφέρω και εσύ κουβεντιάζεις;» Θέλω να της φωνάξω ότι δεν είμαι ρομπότ, ότι έχω ανάγκη από μια καλή κουβέντα, από λίγη κατανόηση. Αντί γι’ αυτό, σκουπίζω τα μάτια μου και πάω να φτιάξω χαμομήλι για τη μικρή.
Η μέρα κυλάει αργά. Η Μαρία κοιμάται για λίγο, αλλά ξυπνάει με κλάματα. Η Ελισάβετ βάζει τα χέρια στα αυτιά της. «Δεν αντέχω άλλο! Θα φύγω, θα πάω στη γειτόνισσα!» Και φεύγει, αφήνοντάς με μόνη με το παιδί και την αγωνία μου.
Το βράδυ, όταν η Μαρία επιτέλους ησυχάζει, κάθομαι στην κουζίνα με ένα φλιτζάνι τσάι. Η Ελισάβετ επιστρέφει, πιο ήρεμη. «Συγγνώμη, αλλά δεν μπορώ να το αντέξω αυτό το πράγμα. Εσύ είσαι μάνα, πρέπει να βρεις λύση.» Τα λόγια της με πονάνε, αλλά δεν έχω πια δύναμη να απαντήσω.
Σκέφτομαι τη ζωή μου πριν τον χωρισμό. Τις Κυριακές που πηγαίναμε βόλτα στη θάλασσα, τα γέλια της Μαρίας όταν έτρεχε στην άμμο. Τώρα, όλα μοιάζουν μακρινά. Η Ελισάβετ δεν ήταν ποτέ ζεστή μαζί μου, αλλά μετά τον χωρισμό έγινε ακόμα πιο σκληρή. Ίσως με θεωρεί υπεύθυνη για όλα. Ίσως απλά δεν αντέχει την αδυναμία.
Την επόμενη μέρα, η Μαρία είναι λίγο καλύτερα. Την παίρνω αγκαλιά και βγαίνουμε στο μπαλκόνι. Ο ήλιος λάμπει, αλλά μέσα μου νιώθω ένα σύννεφο. Η Ελισάβετ κάθεται στο σαλόνι, βλέπει τηλεόραση. Δεν μιλάμε. Η σιωπή είναι βαριά.
Το απόγευμα, έρχεται ο Κώστας να δει τη μικρή. Η Μαρία τρέχει στην αγκαλιά του, γελάει για πρώτη φορά μετά από μέρες. Η Ελισάβετ τον κοιτάει με καμάρι. Εμένα, ούτε που με προσέχει. Ο Κώστας με ρωτάει πώς τα πάμε. «Δύσκολα…» του λέω. «Η μαμά σου δεν αντέχει το κλάμα της μικρής.» Εκείνος σηκώνει τους ώμους. «Είναι μεγάλη, δεν έχει υπομονή. Κάνε λίγο κουράγιο.»
Νιώθω να πνίγομαι. Όλοι μου λένε να κάνω υπομονή, αλλά κανείς δεν καταλαβαίνει πόσο δύσκολο είναι να είσαι μόνη, χωρίς στήριξη, με ένα άρρωστο παιδί και μια πεθερά που σε κρίνει διαρκώς.
Το βράδυ, όταν όλοι κοιμούνται, κάθομαι στο σκοτάδι και σκέφτομαι. Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα ζουν έτσι; Πόσες μητέρες νιώθουν μόνες, εγκλωβισμένες ανάμεσα σε παιδιά, πεθερές, οικονομικά προβλήματα; Πόσες φορές πρέπει να καταπιώ τα δάκρυά μου για να μην ενοχλήσω κανέναν;
Κοιτάζω τη Μαρία που κοιμάται ήσυχη. Για εκείνη θα αντέξω. Αλλά αναρωτιέμαι: Πότε θα βρεθεί κάποιος να αντέξει και για μένα; Πόσο ακόμα να αντέξει μια μάνα μόνη της;