Η Μοίρα Παίζει Περίεργα Παιχνίδια: Η Γυναίκα του Αδερφού μου Έκλεψε την Καρδιά μου, Μα Είμαι Αφοσιωμένος Σύζυγος
«Νίκο, τι έχεις; Γιατί με κοιτάς έτσι;» Η φωνή της Μαρίας, της γυναίκας μου, με επανέφερε βίαια στην πραγματικότητα. Ήμασταν στο τραπέζι της Κυριακής, όλοι μαζί, όπως κάθε μήνα. Ο αδερφός μου, ο Γιάννης, είχε φέρει για πρώτη φορά τη νέα του γυναίκα, την Ελένη. Κι εγώ, ο Νίκος, ο μεγάλος αδερφός, ο “σωστός οικογενειάρχης”, ένιωθα το στομάχι μου να σφίγγεται από ένα συναίσθημα που δεν ήθελα να παραδεχτώ ούτε στον ίδιο μου τον εαυτό.
Η Μαρία με κοίταξε με απορία, μα εγώ απέφυγα το βλέμμα της. Η Ελένη γελούσε με κάτι που είπε ο Γιάννης, και το γέλιο της αντηχούσε μέσα μου σαν μελωδία που δεν μπορούσα να βγάλω από το μυαλό μου. Ήταν όμορφη, αλλά όχι με τον τρόπο που εντυπωσιάζει. Ήταν όμορφη με εκείνη τη γαλήνη που σε κάνει να θέλεις να μείνεις κοντά της, να ακούς τη φωνή της, να βλέπεις το φως στα μάτια της.
«Νίκο, όλα καλά;» με ρώτησε ο Γιάννης, γεμάτος ανησυχία. «Ναι, ναι, απλώς σκέφτομαι τη δουλειά», απάντησα ψέματα. Η αλήθεια ήταν πως από τη στιγμή που μπήκε η Ελένη στο σπίτι, ένιωθα σαν να με είχαν χτυπήσει κεραυνοί. Δεν ήξερα τι να κάνω με αυτό το συναίσθημα. Ήμουν παντρεμένος με τη Μαρία εδώ και δέκα χρόνια. Έχουμε δύο παιδιά, τον Κώστα και τη μικρή μας, τη Σοφία. Η ζωή μας ήταν ήρεμη, χωρίς μεγάλες συγκινήσεις, αλλά γεμάτη αγάπη και αλληλοσεβασμό. Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζα.
Το βράδυ, όταν όλοι έφυγαν, η Μαρία με πλησίασε. «Νίκο, είσαι σίγουρος ότι είσαι καλά; Δεν σε έχω ξαναδεί έτσι.» Την αγκάλιασα σφιχτά, προσπαθώντας να διώξω τις τύψεις που με έπνιγαν. «Είμαι απλώς κουρασμένος, αγάπη μου.» Ήξερα πως δεν μπορούσα να της πω την αλήθεια. Πώς να της πω ότι η καρδιά μου είχε αρχίσει να χτυπάει για τη γυναίκα του αδερφού μου;
Οι μέρες περνούσαν, αλλά η σκέψη της Ελένης δεν έφευγε από το μυαλό μου. Την έβλεπα συχνά, αφού ο Γιάννης και η Ελένη έμεναν κοντά μας. Τα παιδιά μας έπαιζαν μαζί, οι γυναίκες μας έκαναν παρέα, κι εγώ πάλευα με τον εαυτό μου. Ένα απόγευμα, καθώς πήγα να πάρω τη Σοφία από το σπίτι τους, βρήκα την Ελένη μόνη της. «Έλα, Νίκο, κάτσε να πιούμε έναν καφέ. Ο Γιάννης έχει αργήσει στη δουλειά.»
Κάθισα αμήχανα. Η Ελένη με κοίταξε με εκείνο το ήρεμο βλέμμα της. «Ξέρεις, Νίκο, μου λείπει η οικογένειά μου. Στην Κρήτη όλα ήταν αλλιώς. Εδώ νιώθω λίγο χαμένη.» Την άκουγα και ένιωθα την ανάγκη να την παρηγορήσω, να της πω ότι δεν ήταν μόνη. «Ελένη, είμαστε οικογένεια τώρα. Ό,τι χρειαστείς, είμαι εδώ.»
Το βλέμμα της μαλάκωσε. «Το ξέρω. Είσαι καλός άνθρωπος, Νίκο.» Εκείνη τη στιγμή, ένιωσα το χέρι της να ακουμπάει το δικό μου, για μια στιγμή μόνο, μα ήταν αρκετή για να νιώσω ηλεκτρισμό σε όλο μου το σώμα. Τραβήχτηκα αμέσως, νιώθοντας ενοχές. «Πρέπει να φύγω, η Μαρία με περιμένει.»
Από εκείνη τη μέρα, η σχέση μας άλλαξε. Υπήρχε μια αόρατη ένταση ανάμεσά μας, μια σιωπηλή κατανόηση. Δεν είπαμε ποτέ τίποτα, μα κάθε φορά που συναντιόμασταν, τα βλέμματά μας έλεγαν όσα δεν τολμούσαμε να ξεστομίσουμε. Η Μαρία άρχισε να υποψιάζεται πως κάτι δεν πήγαινε καλά. «Νίκο, έχεις αλλάξει. Δεν είσαι πια ο ίδιος. Μήπως συμβαίνει κάτι με τη δουλειά;»
Ήθελα να της πω την αλήθεια, να της ζητήσω συγγνώμη για τα συναισθήματά μου, μα δεν μπορούσα. Δεν ήθελα να τη χάσω, δεν ήθελα να διαλύσω την οικογένειά μας. Προσπάθησα να απομακρυνθώ από την Ελένη, να αποφεύγω τις συναντήσεις, μα ήταν αδύνατο. Η ζωή στην Ελλάδα, ειδικά σε μια μικρή γειτονιά, δεν σου αφήνει πολλά περιθώρια. Όλοι γνωρίζονται, όλοι μπλέκονται στις ζωές των άλλων.
Ένα βράδυ, ο Γιάννης με πήρε τηλέφωνο. «Νίκο, μπορείς να έρθεις; Η Ελένη δεν είναι καλά.» Έτρεξα αμέσως. Τη βρήκα να κάθεται στο μπαλκόνι, με δάκρυα στα μάτια. «Δεν αντέχω άλλο, Νίκο. Νιώθω παγιδευμένη. Ο Γιάννης είναι καλός, αλλά δεν με καταλαβαίνει. Εσύ…» Σταμάτησε. «Εγώ τι;» τη ρώτησα, η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. «Εσύ με καταλαβαίνεις. Μα δεν πρέπει…»
Σιωπή. Τα λόγια της αιωρούνταν ανάμεσά μας. Ήξερα πως αν έκανα το παραμικρό βήμα, όλα θα άλλαζαν. Μα δεν το έκανα. «Ελένη, δεν μπορούμε. Έχουμε οικογένειες, παιδιά. Δεν πρέπει να πληγώσουμε κανέναν.» Εκείνη έγνεψε καταφατικά, σκουπίζοντας τα δάκρυά της. «Συγγνώμη, Νίκο. Δεν θα ξανασυμβεί.»
Γύρισα σπίτι αργά. Η Μαρία με περίμενε ξύπνια. «Πού ήσουν;» «Ο Γιάννης με φώναξε, η Ελένη δεν ήταν καλά.» Με κοίταξε βαθιά στα μάτια. «Νίκο, αν υπάρχει κάτι που πρέπει να ξέρω, πες το μου τώρα.» Ένιωσα το βάρος να με πλακώνει. «Όχι, Μαρία. Δεν υπάρχει τίποτα. Απλώς… κουράστηκα.»
Οι μέρες έγιναν βδομάδες. Η ένταση ανάμεσα σε μένα και την Ελένη υποχώρησε, μα δεν εξαφανίστηκε ποτέ. Κάθε φορά που τη συναντούσα, ένιωθα ένα τσίμπημα στην καρδιά. Προσπάθησα να αφοσιωθώ στη Μαρία, στα παιδιά, στη δουλειά. Έκανα ό,τι μπορούσα για να σώσω τον εαυτό μου από τον πειρασμό. Κάποια στιγμή, η Ελένη και ο Γιάννης αποφάσισαν να μετακομίσουν στην Κρήτη, κοντά στους δικούς της. Ήταν μια ανακούφιση, μα και μια πληγή που δεν έκλεισε ποτέ εντελώς.
Τώρα, χρόνια μετά, κάθομαι στο ίδιο τραπέζι της Κυριακής, με τη Μαρία και τα παιδιά μας. Η ζωή συνεχίζεται, μα η καρδιά μου κουβαλάει ακόμα εκείνο το μυστικό. Αναρωτιέμαι συχνά: Πόσο εύκολο είναι να χαθείς σε έναν πειρασμό; Και πόσο δύσκολο να βρεις ξανά τον εαυτό σου;
«Άραγε, αν είχα κάνει άλλη επιλογή, θα ήμουν πιο ευτυχισμένος ή θα είχα χάσει τα πάντα;» Τι λέτε εσείς; Έχετε βρεθεί ποτέ σε τέτοιο δίλημμα;