Όταν ο ιδιοκτήτης με έσπρωξε στα άκρα: Η ιστορία μου από το Παγκράτι
«Δεν γίνεται, κύριε Μιχάλη! Δεν γίνεται να μου κρατάτε την εγγύηση επειδή βρήκατε μια γρατζουνιά στο ψυγείο!» φώναξα, με τη φωνή μου να τρέμει από θυμό και αδικία. Ο Μιχάλης, ο ιδιοκτήτης του διαμερίσματος στο Παγκράτι, με κοίταξε ψυχρά, ακουμπώντας τα χέρια του στη μέση του, λες και ήμουν κάποιο παιδί που έκανε ζημιές στο σπίτι του. «Αυτοί είναι οι κανόνες, Γιάννη. Αν δεν σου αρέσει, να μην ξανανοικιάσεις σπίτι. Εγώ δεν χαρίζω λεφτά σε κανέναν.»
Η καρδιά μου χτυπούσε δυνατά. Ένιωθα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Τρία χρόνια έμενα σε αυτό το διαμέρισμα. Πλήρωνα πάντα στην ώρα μου, δεν έκανα φασαρίες, δεν έφερα ποτέ κόσμο που να ενοχλεί. Και τώρα, για μια χαζή γρατζουνιά που υπήρχε από πριν, ο Μιχάλης αποφάσισε να μου κρατήσει όλη την εγγύηση. Ήξερα ότι το έκανε επίτηδες. Το είχε κάνει και στον προηγούμενο ενοικιαστή, το είχε πει η κυρία Ελένη από το διπλανό διαμέρισμα. «Πρόσεχε, παιδί μου, ο Μιχάλης είναι πονηρός. Πάντα βρίσκει κάτι για να κρατήσει τα λεφτά.»
Γύρισα σπίτι εκείνο το βράδυ με τα νεύρα τεντωμένα. Η μητέρα μου με πήρε τηλέφωνο. «Τι έγινε, Γιάννη; Πώς πήγε με τον ιδιοκτήτη;»
«Μαμά, δεν θέλω να μιλήσω. Δεν αντέχω άλλο αυτή την αδικία. Όλοι σε αυτή τη χώρα κοιτάνε πώς να σε εκμεταλλευτούν. Έκανα τα πάντα σωστά και πάλι βρέθηκα χαμένος.»
«Μην κάνεις καμιά τρέλα, αγόρι μου. Ξέρω ότι έχεις νεύρα, αλλά δεν αξίζει να χαλάσεις την ψυχή σου για τέτοιους ανθρώπους.»
Αλλά τα λόγια της μητέρας μου δεν με ηρέμησαν. Το μυαλό μου δούλευε ασταμάτητα. Θυμήθηκα όλες τις φορές που ο Μιχάλης μπήκε στο διαμέρισμα χωρίς να με ειδοποιήσει, όλες τις φορές που μου ζήτησε παραπάνω λεφτά για “έξτρα έξοδα” που δεν υπήρχαν. Θυμήθηκα τη φορά που έσπασε ο θερμοσίφωνας και μου είπε να τον πληρώσω εγώ, γιατί “εσύ τον χάλασες”. Και τώρα, ήθελε να μου φάει και την εγγύηση.
Το επόμενο πρωί, ξύπνησα με μια βαριά αίσθηση στο στήθος. Κοίταξα το μπάνιο. Τα πλακάκια ήταν παλιά, μερικά είχαν ήδη ρωγμές. Ο Μιχάλης δεν είχε κάνει ποτέ καμία επισκευή, παρόλο που του το είχα ζητήσει πολλές φορές. “Δεν έχεις δίκιο, Γιάννη. Αυτά τα πλακάκια είναι μια χαρά,” μου έλεγε πάντα.
Ένιωσα μια παράξενη δύναμη να με κυριεύει. Ήθελα να του δείξω πώς είναι να χάνεις κάτι που θεωρείς δεδομένο. Πήγα στο υπόγειο, εκεί που ο Μιχάλης άφηνε τα εργαλεία του. Βρήκα ένα μεγάλο σφυρί, σχεδόν σαν βαριοπούλα. Το κράτησα στα χέρια μου και ένιωσα το βάρος του. Ήταν σαν να κρατούσα όλη την οργή μου.
Γύρισα στο διαμέρισμα. Κοίταξα τα πλακάκια. Ένα, δύο, τρία χτυπήματα. Ο ήχος αντήχησε σε όλο το σπίτι. Τα πλακάκια έσπαγαν με έναν ήχο που με ικανοποιούσε, σαν να έσπαγα την αδικία που ένιωθα μέσα μου. Δεν σταμάτησα. Έσπασα όσα μπορούσα. Η σκόνη γέμισε το μπάνιο, τα κομμάτια σκορπίστηκαν παντού. Δεν με ένοιαζε. Ήξερα ότι ο Μιχάλης θα έβρισκε το μπάνιο σε αυτή την κατάσταση και θα καταλάβαινε ότι δεν μπορεί να παίζει με τους ανθρώπους έτσι.
Όταν τελείωσα, κάθισα στο πάτωμα, λαχανιασμένος. Τα χέρια μου έτρεμαν. Ήξερα ότι αυτό που έκανα ήταν λάθος, αλλά δεν μπορούσα να σταματήσω τον εαυτό μου. Ήταν σαν να έπρεπε να βγει όλη η καταπίεση που είχα νιώσει αυτά τα χρόνια.
Το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν η αδερφή μου, η Μαρία. «Γιάννη, τι κάνεις; Η μαμά ανησυχεί. Μου είπε ότι είσαι χάλια.»
«Μαρία, δεν αντέχω άλλο. Ο Μιχάλης μου κρατάει τα λεφτά χωρίς λόγο. Έσπασα τα πλακάκια στο μπάνιο. Δεν με νοιάζει πια.»
«Τι έκανες; Είσαι τρελός; Θα μπλέξεις, Γιάννη! Δεν αξίζει να χαλάσεις τη ζωή σου για έναν τέτοιο άνθρωπο!»
«Δεν με νοιάζει, Μαρία. Κανείς δεν με σέβεται σε αυτή τη χώρα. Ούτε ο ιδιοκτήτης, ούτε το κράτος, ούτε κανείς. Πάντα βρίσκουν τρόπο να σε πατήσουν.»
Η Μαρία έκλεισε το τηλέφωνο θυμωμένη. Ήξερα ότι είχε δίκιο, αλλά δεν μπορούσα να κάνω πίσω. Ήθελα να νιώσει ο Μιχάλης έστω και λίγο από τον πόνο που μου προκάλεσε.
Τις επόμενες μέρες, μάζεψα τα πράγματά μου. Δεν καθάρισα τίποτα. Άφησα το μπάνιο όπως ήταν, γεμάτο σπασμένα πλακάκια και σκόνη. Όταν ήρθε ο Μιχάλης να παραλάβει τα κλειδιά, έμεινε άφωνος. «Τι έκανες εδώ μέσα; Θα σε πάω στα δικαστήρια!» φώναξε.
Τον κοίταξα στα μάτια. «Κάνε ό,τι θες, Μιχάλη. Εσύ ξεκίνησες αυτόν τον πόλεμο. Εγώ απλά τελείωσα το παιχνίδι σου.»
Έφυγα από το διαμέρισμα χωρίς να κοιτάξω πίσω. Η καρδιά μου ήταν βαριά, αλλά ένιωθα και μια περίεργη ανακούφιση. Ήξερα ότι ίσως να το πλήρωνα ακριβά, αλλά για πρώτη φορά στη ζωή μου, δεν άφησα κάποιον να με πατήσει χωρίς να αντιδράσω.
Τώρα, μένω προσωρινά στο σπίτι της μητέρας μου. Η Μαρία με αποφεύγει, η μητέρα μου με κοιτάζει με λύπη. Ξέρω ότι δεν είναι περήφανες για μένα. Αλλά εγώ; Εγώ αναρωτιέμαι: Άξιζε να φτάσω τόσο μακριά για να διεκδικήσω το δίκιο μου; Ή μήπως τελικά, σε αυτή τη χώρα, μόνο έτσι μπορείς να ακουστείς;