Η Εκδίκηση της Γιαγιάς Λάουρας στο Παντοπωλείο της Γειτονιάς
«Δεν ντρέπεσαι, κυρία Λάουρα; Πάλι ξεχάσατε το πορτοφόλι σας;» Η φωνή του Μάρκου, του νεαρού υπαλλήλου στο παντοπωλείο της γειτονιάς, αντήχησε σε όλο το μαγαζί. Τα μάγουλά μου κοκκίνισαν, τα χέρια μου έτρεμαν. Όλοι γύρισαν και με κοίταξαν, λες και ήμουν κάποια κλέφτρα. Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί. «Συγγνώμη, παιδί μου, αλλά…» ψέλλισα, μα εκείνος με διέκοψε. «Δεν είναι η πρώτη φορά. Αν δεν έχετε λεφτά, να μην ψωνίζετε!»
Βγήκα από το μαγαζί με το κεφάλι σκυφτό. Η βροχή είχε αρχίσει να πέφτει, μα δεν με ένοιαζε. Ένιωθα ταπεινωμένη, πληγωμένη. Στα 74 μου χρόνια, μετά από μια ζωή γεμάτη αγώνες, να με προσβάλλει έτσι ένα παιδί; Όταν έφτασα σπίτι, η κόρη μου, η Μαρία, με περίμενε. «Τι έπαθες, μαμά;» με ρώτησε ανήσυχη. Δεν ήθελα να της πω, δεν ήθελα να με δει αδύναμη. Μα τα δάκρυα έτρεχαν μόνα τους. «Ο Μάρκος… με έκανε ρεζίλι μπροστά σε όλο το μαγαζί. Γιατί; Τι του έκανα;»
Η Μαρία με αγκάλιασε, αλλά η οργή μέσα μου φούντωνε. Όλο το βράδυ δεν κοιμήθηκα. Σκεφτόμουν και ξανασκεφτόμουν τα λόγια του. Ποιος του έδωσε το δικαίωμα να με προσβάλλει; Εγώ, που τόσα χρόνια ψωνίζω από το μαγαζί του πατέρα του, που ήξερα τη μάνα του όταν ήταν ακόμα κορίτσι. «Θα του δείξω εγώ», μουρμούρισα. «Δεν θα με περάσει έτσι!»
Την επόμενη μέρα, ξύπνησα με ένα σχέδιο στο μυαλό μου. Θα του έδειχνα πως κι εγώ μπορώ να γίνω δυσάρεστη. Πήρα τηλέφωνο τη φίλη μου τη Σοφία. «Σοφία, θέλω να με βοηθήσεις», της είπα. «Θα πάμε μαζί στο παντοπωλείο και θα κάνουμε φασαρία. Θα πούμε πως τα φρούτα είναι χαλασμένα, πως οι τιμές είναι ακριβές, πως ο Μάρκος είναι αγενής. Να δει πώς είναι να σε κοιτάνε όλοι!» Η Σοφία γέλασε, αλλά δέχτηκε. «Για σένα, Λάουρα, ό,τι θες!»
Το απόγευμα, μπήκαμε μαζί στο μαγαζί. Ο Μάρκος μας κοίταξε με μισό μάτι. «Καλησπέρα σας», είπε ψυχρά. Εγώ, με το κεφάλι ψηλά, άρχισα να ψάχνω τα ράφια. «Αυτά τα μήλα είναι σάπια! Πώς τα πουλάτε έτσι;» φώναξα. Η Σοφία με ακολούθησε: «Και τα μακαρόνια έχουν λήξει! Θα καλέσουμε τον ΕΦΕΤ!» Οι πελάτες άρχισαν να ψιθυρίζουν. Ο Μάρκος κοκκίνισε. «Κυρία Λάουρα, σας παρακαλώ…» είπε, αλλά εγώ συνέχισα. «Δεν φτάνει που είστε αγενής, που φωνάζετε στους πελάτες, που δεν σέβεστε τους ηλικιωμένους, τώρα πουλάτε και χαλασμένα προϊόντα!»
Ο ιδιοκτήτης, ο κύριος Νίκος, βγήκε από το γραφείο του. «Τι συμβαίνει εδώ;» ρώτησε αυστηρά. «Ο γιος σας με προσέβαλε χθες μπροστά σε όλο το μαγαζί! Και τώρα βλέπω πως δεν προσέχετε ούτε τα προϊόντα σας!» Ο κύριος Νίκος με κοίταξε με απορία. «Μάρκο, τι έγινε;» Ο Μάρκος χαμήλωσε το βλέμμα. «Τίποτα, μπαμπά…»
Έφυγα από το μαγαζί νιώθοντας μια περίεργη ικανοποίηση. Είχα πάρει το αίμα μου πίσω. Όμως, το βράδυ, όταν έμεινα μόνη, κάτι με τρυπούσε μέσα μου. Η Μαρία με βρήκε να κάθομαι στο σκοτάδι. «Μαμά, τι έκανες;» με ρώτησε. Της τα είπα όλα. Περίμενα να με στηρίξει, να μου πει πως καλά έκανα. Αντίθετα, με κοίταξε λυπημένη. «Μαμά, αυτό δεν είσαι εσύ. Εσύ πάντα έλεγες πως η καλοσύνη είναι δύναμη. Γιατί να γίνεις σαν τον Μάρκο;»
Δεν απάντησα. Όλη νύχτα στριφογύριζα στο κρεβάτι. Θυμήθηκα τα παιδικά μου χρόνια, όταν η μάνα μου με μάθαινε να συγχωρώ. Θυμήθηκα τον άντρα μου, τον Παναγιώτη, που πάντα έλεγε πως η εκδίκηση είναι πικρό φάρμακο. Το πρωί, πήρα μια βαθιά ανάσα και πήγα ξανά στο παντοπωλείο. Ο Μάρκος ήταν μόνος. Με κοίταξε φοβισμένος. «Κυρία Λάουρα, αν ήρθατε να…»
Τον διέκοψα. «Ήρθα να σου ζητήσω συγγνώμη, Μάρκο. Δεν έπρεπε να φερθώ έτσι. Ξέρω πως έχεις τα δικά σου προβλήματα. Ίσως να σε πίεσα κι εγώ. Αλλά δεν ήθελα να σε πληγώσω.» Εκείνος με κοίταξε με δάκρυα στα μάτια. «Κι εγώ σας ζητώ συγγνώμη, κυρία Λάουρα. Ο πατέρας μου είναι άρρωστος, η μάνα μου δουλεύει όλη μέρα, κι εγώ έχω μείνει να κρατάω το μαγαζί. Ήμουν κουρασμένος, δεν είχα δικαίωμα να σας φωνάξω.»
Καθίσαμε και μιλήσαμε για ώρα. Μου είπε για τη μοναξιά του, για το άγχος του να τα βγάλει πέρα. Του είπα για τα δικά μου, για τη μοναξιά της τρίτης ηλικίας, για το φόβο να γίνω βάρος στα παιδιά μου. Όταν έφυγα, ένιωθα πιο ελαφριά. Η εκδίκηση δεν με γέμισε. Η συγχώρεση, όμως, με λύτρωσε.
Το βράδυ, η Μαρία με ρώτησε: «Νιώθεις καλύτερα τώρα, μαμά;» Της χαμογέλασα. «Ναι, παιδί μου. Καμιά φορά, αυτό που νομίζουμε πως θα μας δικαιώσει, μας βαραίνει περισσότερο. Ίσως τελικά να είναι πιο δύσκολο, αλλά και πιο γενναίο, να συγχωρείς.»
Αναρωτιέμαι, λοιπόν: Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα διαλέγατε την εκδίκηση ή τη συγχώρεση;