Ο Αδελφός μου Αρνήθηκε να Φροντίσει τη Μητέρα μας και Ήθελε να Πουλήσει το Σπίτι της – Από τότε, Ούτε η Μαμά Ούτε Εγώ Θέλαμε Πια Επαφή Μαζί του
«Δεν μπορώ να το κάνω, Άννα. Δεν θα θυσιάσω τη ζωή μου για τη μαμά. Άλλωστε, το σπίτι πρέπει να πουληθεί. Δεν έχει νόημα να μένει εκεί μόνη της.»
Η φωνή του Νίκου αντηχούσε στο μικρό σαλόνι του πατρικού μας στη Νέα Σμύρνη. Η μητέρα μας, η κυρία Μαρία, καθόταν στη γωνία, τα μάτια της υγρά, τα χέρια της τρέμουν. Εγώ, με το βλέμμα καρφωμένο στο πάτωμα, προσπαθούσα να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Πώς γίνεται να μιλάει έτσι για τη γυναίκα που μας μεγάλωσε με τόσες θυσίες;
«Νίκο, μιλάς σοβαρά; Η μαμά είναι άρρωστη! Δεν μπορεί να μείνει μόνη της. Πώς μπορείς να σκέφτεσαι μόνο το σπίτι;»
«Άννα, εσύ είσαι η μικρή, αλλά πάντα έκανες την έξυπνη. Εγώ έμεινα εδώ, δεν έφυγα ποτέ. Εσύ πήγες Αθήνα, σπούδασες, έγινες δικηγόρος. Εγώ τι; Να μείνω για πάντα κολλημένος εδώ;»
Η φωνή του είχε μέσα της πίκρα, αλλά και μια παράξενη αδιαφορία. Θυμήθηκα τα παιδικά μας χρόνια, όταν ο Νίκος ήταν πάντα ο αγαπημένος της μαμάς. Εκείνη τον φρόντιζε, του μαγείρευε, του έπλενε τα ρούχα, ακόμα και όταν ήταν τριάντα χρονών. Εγώ, από την άλλη, έφυγα νωρίς, κυνηγώντας τα όνειρά μου στην Αθήνα. Η μαμά πάντα μου έλεγε: «Να προσέχεις, Άννα μου. Ο αδελφός σου δεν είναι τόσο δυνατός όσο εσύ.»
Τώρα, όμως, η μαμά ήταν αυτή που χρειαζόταν φροντίδα. Είχε διαγνωστεί με Πάρκινσον πριν δύο χρόνια. Στην αρχή, τα συμπτώματα ήταν ήπια, αλλά τώρα πια δεν μπορούσε να αυτοεξυπηρετηθεί. Εγώ ερχόμουν κάθε Σαββατοκύριακο από την Αθήνα, άφηνα τη δουλειά μου, για να της μαγειρέψω, να τη βοηθήσω στο μπάνιο, να της κρατήσω συντροφιά. Ο Νίκος; Περνούσε, έπαιρνε τα κλειδιά του αυτοκινήτου και εξαφανιζόταν για ώρες. Όταν επέστρεφε, το μόνο που τον ένοιαζε ήταν αν είχε φαγητό στο τραπέζι.
«Δεν είναι δίκαιο, Νίκο. Εγώ κάνω ό,τι μπορώ, αλλά δεν μπορώ να τα προλάβω όλα. Η μαμά σε χρειάζεται. Δεν μπορείς να το καταλάβεις;»
«Εγώ δεν είμαι νοσοκόμος, Άννα. Και στο κάτω-κάτω, το σπίτι αυτό είναι μεγάλο βάρος. Αν το πουλήσουμε, θα έχουμε λεφτά να τη βάλουμε σε ένα καλό γηροκομείο. Εκεί θα έχει φροντίδα, κι εμείς θα ησυχάσουμε.»
Η μαμά, που μέχρι τότε δεν είχε μιλήσει, σήκωσε το κεφάλι της. Τα μάτια της ήταν κόκκινα.
«Νίκο, παιδί μου, αυτό το σπίτι το έχτισε ο πατέρας σου με τα χέρια του. Εδώ μεγάλωσες, εδώ έπαιξες, εδώ έζησες τις χαρές και τις λύπες σου. Πώς μπορείς να το πουλήσεις έτσι;»
Ο Νίκος αναστέναξε, έστρεψε το βλέμμα αλλού. «Δεν αντέχω άλλο, μαμά. Δεν μπορώ να ζω με αυτή την ευθύνη. Θέλω να φύγω, να κάνω τη ζωή μου.»
Ένιωσα το αίμα μου να βράζει. «Και ποιος θα μείνει να σε φροντίσει όταν γεράσεις, Νίκο; Ποιος θα θυσιάσει τη ζωή του για σένα;»
Δεν απάντησε. Έφυγε, κλείνοντας δυνατά την πόρτα πίσω του. Η μαμά έβαλε τα κλάματα. Την αγκάλιασα σφιχτά, νιώθοντας το βάρος της ευθύνης να με πλακώνει. Εκείνο το βράδυ, δεν κοιμήθηκα καθόλου. Σκεφτόμουν τα λόγια του Νίκου, την αδιαφορία του, την προδοσία του. Πώς γίνεται δύο αδέλφια να είναι τόσο διαφορετικά;
Τις επόμενες μέρες, ο Νίκος εξαφανίστηκε. Δεν απαντούσε στα τηλέφωνα, δεν ερχόταν στο σπίτι. Η μαμά ρωτούσε συνέχεια για εκείνον, αλλά εγώ δεν είχα τι να της πω. Έβλεπα τη θλίψη στα μάτια της, την απογοήτευση. Κάθε μέρα που περνούσε, η υγεία της χειροτέρευε. Κάλεσα έναν γιατρό, μας πρότεινε να έρθει μια γυναίκα να τη φροντίζει κάποιες ώρες τη μέρα. Τα έξοδα ήταν πολλά, αλλά δεν είχα άλλη επιλογή. Ο Νίκος δεν εμφανίστηκε ούτε όταν έμαθε ότι η μαμά μπήκε στο νοσοκομείο για λίγες μέρες.
Ένα βράδυ, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν ο Νίκος. «Άννα, πρέπει να μιλήσουμε. Θέλω το μερίδιό μου από το σπίτι. Έχω ανάγκη τα λεφτά.»
Έμεινα άφωνη. «Η μαμά είναι ακόμα ζωντανή, Νίκο. Δεν ντρέπεσαι;»
«Δεν αντέχω άλλο. Δεν μπορώ να ζω έτσι. Θέλω να φύγω, να πάω εξωτερικό. Αν δεν μου δώσεις τα λεφτά, θα κινηθώ νομικά.»
Έκλεισα το τηλέφωνο με τρεμάμενα χέρια. Πήγα στη μαμά, της είπα τι έγινε. Έκλαψε πικρά. «Δεν θέλω να τον ξαναδώ, Άννα. Δεν θέλω να ακούσω ξανά το όνομά του.»
Από εκείνη τη μέρα, ο Νίκος έγινε ξένος για εμάς. Δεν ήρθε ούτε στα γενέθλια της μαμάς, ούτε στις γιορτές. Όταν τελικά η μαμά έφυγε από τη ζωή, ήρθε μόνο για να υπογράψει τα χαρτιά της κληρονομιάς. Δεν είπε ούτε μια λέξη, ούτε ένα δάκρυ. Εγώ, μόνη μου, έθαψα τη μητέρα μας, με λίγους συγγενείς και φίλους. Το σπίτι έμεινε άδειο, γεμάτο αναμνήσεις και φαντάσματα.
Σήμερα, χρόνια μετά, ακόμα αναρωτιέμαι: Πώς γίνεται το αίμα να γίνεται νερό; Πώς μπορείς να συγχωρέσεις κάποιον που σε πρόδωσε τόσο βαθιά; Μήπως τελικά η οικογένεια δεν είναι πάντα αυτή που νομίζουμε; Θα ήθελα να ακούσω τη δική σας γνώμη. Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;