Όταν η Αλίκη Έφυγε, Ήξερα Πως Έπρεπε να Αλλάξω
«Δεν αντέχω άλλο, Μανώλη! Δεν μπορώ να φύγω από την Αθήνα, να αφήσω τη μάνα μου, τον πατέρα μου, τους φίλους μου, για ένα άγνωστο μέλλον στη Γερμανία!» Η φωνή της Αλίκης αντηχούσε στο μικρό μας διαμέρισμα στα Πατήσια, γεμάτη θυμό και απόγνωση. Κοίταξα τα μάτια της, υγρά και κόκκινα από τα δάκρυα που προσπαθούσε να συγκρατήσει. Η μικρή μας, η Ελένη, κοιμόταν στο διπλανό δωμάτιο, ανυποψίαστη για τη θύελλα που μαινόταν ανάμεσα στους γονείς της.
«Αλίκη, δεν έχουμε άλλη επιλογή. Εδώ δεν βγαίνουμε. Ο μισθός μου δεν φτάνει ούτε για τα βασικά. Κάθε μήνα μετράμε τα ψιλά για να πληρώσουμε το ρεύμα και το ενοίκιο. Θέλεις να μεγαλώσει η Ελένη έτσι;» Η φωνή μου έσπασε, γεμάτη ενοχή και αγωνία. Ήξερα πως είχε δίκιο να φοβάται, αλλά κι εγώ ήμουν απελπισμένος. Η ανεργία με κυνηγούσε σαν σκιά. Οι φίλοι μου, ένας-ένας, έφευγαν για το εξωτερικό. Ο ξάδερφός μου ο Γιώργος ήδη δούλευε στη Στουτγάρδη και μου έλεγε πόσο καλύτερα είναι εκεί. «Έλα, ρε Μανώλη, εδώ τουλάχιστον σε σέβονται. Δεν είσαι ένας αριθμός. Μπορείς να κάνεις όνειρα.»
Η Αλίκη με κοίταξε με βλέμμα που με τρυπούσε. «Και τι θα κάνουμε με τους γονείς μας; Η μάνα μου είναι άρρωστη, ο πατέρας σου δεν μπορεί να μείνει μόνος του. Ποιος θα τους φροντίσει;»
Σιώπησα. Ήξερα πως είχε δίκιο. Η μάνα της, η κυρία Μαρία, είχε αρχίσει να ξεχνάει. Μερικές φορές δεν θυμόταν ούτε το όνομά μου. Ο πατέρας μου, ο κυρ-Στέλιος, μετά το εγκεφαλικό, δεν μπορούσε να περπατήσει χωρίς βοήθεια. Η ευθύνη μάς πλάκωνε σαν βράχος.
Τις επόμενες μέρες, το σπίτι μας γέμισε σιωπή. Μιλούσαμε μόνο για τα απαραίτητα. Η Αλίκη έφτιαχνε καφέ και καθόταν στο μπαλκόνι, κοιτώντας τα φώτα της πόλης. Εγώ έψαχνα αγγελίες για δουλειά, αλλά παντού τα ίδια: «Ζητείται νέος με εμπειρία, έως 30 ετών, χωρίς υποχρεώσεις». Εγώ ήμουν 37, με οικογένεια και χρέη.
Ένα βράδυ, καθώς έβαζα την Ελένη για ύπνο, με ρώτησε: «Μπαμπά, γιατί μαλώνετε με τη μαμά;» Τα μάτια της, μεγάλα και αθώα, με κοίταζαν γεμάτα αγωνία. Ένιωσα ένα κόμπο στο λαιμό. «Δεν μαλώνουμε, αγάπη μου. Απλώς… συζητάμε για το μέλλον μας.» Εκείνη με αγκάλιασε σφιχτά. «Θέλω να είμαστε όλοι μαζί.»
Το ίδιο βράδυ, η Αλίκη μάζεψε μερικά ρούχα σε μια τσάντα. «Θα πάω στη μάνα μου για λίγες μέρες. Πρέπει να σκεφτώ.» Δεν προσπάθησα να τη σταματήσω. Ήξερα πως αν έλεγα κάτι, θα κατέληγε σε καυγά. Έμεινα μόνος στο σπίτι, με τη σιωπή να με πνίγει.
Τις επόμενες μέρες, πήγαινα στη δουλειά σαν ρομπότ. Ο προϊστάμενος μου, ο κύριος Νίκος, με φώναξε στο γραφείο του. «Μανώλη, ξέρω ότι περνάς δύσκολα. Αλλά πρέπει να είσαι συγκεντρωμένος. Οι καιροί είναι δύσκολοι για όλους.» Έγνεψα καταφατικά, αλλά μέσα μου ήθελα να ουρλιάξω. Πώς να είμαι συγκεντρωμένος όταν το σπίτι μου διαλύεται;
Η Αλίκη δεν απαντούσε στα μηνύματά μου. Η Ελένη ρωτούσε κάθε βράδυ πότε θα γυρίσει η μαμά. Ένιωθα ανήμπορος. Μια μέρα, πήγα στη μάνα της, να τη βρω. Η κυρία Μαρία με υποδέχτηκε με ένα κουρασμένο χαμόγελο. «Η Αλίκη είναι στο δωμάτιό της. Δεν θέλει να μιλήσει σε κανέναν.» Κάθισα στην κουζίνα, περιμένοντας. Άκουγα τη φωνή της μέσα από την πόρτα, να μιλάει στο τηλέφωνο με την αδερφή της. «Δεν ξέρω τι να κάνω, Μαρία. Φοβάμαι να φύγω, αλλά φοβάμαι και να μείνω. Ο Μανώλης δεν καταλαβαίνει…»
Γύρισα σπίτι με βαριά καρδιά. Το βράδυ, άνοιξα το παλιό άλμπουμ με τις φωτογραφίες μας. Η Αλίκη χαμογελαστή, στην παραλία της Νάξου, την πρώτη χρονιά που γνωριστήκαμε. Η Ελένη μωρό, στην αγκαλιά της. Πότε χάσαμε το χαμόγελό μας;
Ένα πρωί, η Αλίκη γύρισε σπίτι. Κρατούσε την Ελένη από το χέρι. «Πρέπει να μιλήσουμε.» Καθίσαμε στο τραπέζι, σαν ξένοι. «Δεν μπορώ να φύγω από την Ελλάδα, Μανώλη. Δεν είμαι σαν εσένα. Εσύ μπορείς να ξεκινήσεις από το μηδέν. Εγώ όχι. Θέλω να είμαι κοντά στη μάνα μου, στον πατέρα μου. Αν θέλεις να πας, πήγαινε. Αλλά εγώ και η Ελένη θα μείνουμε εδώ.»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. «Δηλαδή, να διαλυθούμε; Να ζούμε χώρια;»
Η Αλίκη δάκρυσε. «Δεν ξέρω τι άλλο να κάνω. Δεν αντέχω άλλο αυτή την πίεση. Θέλω να είμαστε καλά, αλλά δεν μπορώ να ζήσω με το φόβο του αύριο.»
Πέρασαν μέρες με ατελείωτες συζητήσεις. Οι γονείς μας μπλέχτηκαν στη μέση. Ο πατέρας μου με παρακάλεσε: «Γιε μου, η οικογένεια είναι πάνω απ’ όλα. Μην κάνεις το λάθος να φύγεις μόνος σου.» Η μάνα της Αλίκης με κοίταξε στα μάτια: «Αν αγαπάς την κόρη μου, βρες τρόπο να μείνετε ενωμένοι.»
Το δίλημμα με βασάνιζε. Να μείνω και να παλεύω με τη φτώχεια, ή να φύγω και να ρισκάρω να χάσω την οικογένειά μου; Η Ελένη, κάθε μέρα, με ρωτούσε: «Μπαμπά, θα φύγεις;» Της έλεγα πάντα «Όχι, αγάπη μου», αλλά μέσα μου δεν ήμουν σίγουρος.
Ένα βράδυ, πήρα την Αλίκη αγκαλιά. «Θα μείνω. Θα παλέψω εδώ, μαζί σου. Ό,τι κι αν γίνει.» Εκείνη με κοίταξε με ανακούφιση και φόβο ταυτόχρονα. «Δεν θέλω να σε χάσω, Μανώλη. Αλλά φοβάμαι το αύριο.»
Από τότε, τίποτα δεν ήταν εύκολο. Οι καυγάδες συνεχίστηκαν, τα οικονομικά προβλήματα δεν λύθηκαν. Αλλά κάθε φορά που έβλεπα την Ελένη να γελάει, ήξερα πως, τουλάχιστον, είχαμε ο ένας τον άλλον.
Τώρα, χρόνια μετά, αναρωτιέμαι: Άξιζε η θυσία; Μήπως, αν είχαμε τολμήσει να φύγουμε, η ζωή μας να ήταν καλύτερη; Ή μήπως η αληθινή ευτυχία βρίσκεται εκεί που είναι η οικογένεια, όσο δύσκολα κι αν είναι τα πράγματα;
Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου; Θα διαλέγατε την ασφάλεια του γνωστού ή το ρίσκο για ένα καλύτερο αύριο;