Η Τιμή της Φιλίας: Μπορεί να Αντέξει τη Ζήλια και τα Μυστικά μετά το Διαζύγιο;

«Γιατί δεν μου λες την αλήθεια, Μαρία; Πόσα πήρες τελικά από το διαζύγιο;»

Η φωνή του Κώστα αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, γεμάτη καχυποψία και μια παράξενη πίκρα που δεν είχα ξανακούσει ποτέ. Καθόμασταν στο μικρό καφέ της γειτονιάς μας, εκεί που κάποτε γελούσαμε με τις ώρες, και τώρα η ατμόσφαιρα ήταν βαριά, σχεδόν αποπνικτική.

«Δεν είναι όλα τα πράγματα για συζήτηση, Κώστα», του απάντησα ήρεμα, προσπαθώντας να κρύψω το τρέμουλο στη φωνή μου. «Δεν έχει σημασία πια. Προσπαθώ απλώς να σταθώ στα πόδια μου.»

Εκείνος έσκυψε μπροστά, τα μάτια του καρφωμένα στα δικά μου. «Έλα τώρα, Μαρία! Ξέρω ότι ο Στέλιος δεν θα σε άφηνε έτσι απλά. Όλοι λένε ότι πήρες το σπίτι στη Γλυφάδα και ένα σωρό λεφτά. Κι εγώ εδώ παλεύω με τα ενοίκια και τους λογαριασμούς!»

Ένιωσα το πρόσωπό μου να καίει. Δεν ήταν η πρώτη φορά που κάποιος σχολίαζε το διαζύγιό μου, αλλά από τον Κώστα πονούσε αλλιώς. Ήμασταν φίλοι από παιδιά, μεγαλώσαμε μαζί στα στενά του Παγκρατίου, μοιραστήκαμε μυστικά, όνειρα, ακόμα και τις πρώτες μας απογοητεύσεις.

Τώρα όμως, μετά από δεκαπέντε χρόνια γάμου και έναν χωρισμό που με άφησε μισή, ένιωθα πως δεν είχα πια κανέναν. Ούτε καν τον Κώστα.

«Δεν ξέρεις τίποτα για το τι πέρασα», του είπα σιγανά. «Ούτε για τα λεφτά, ούτε για το σπίτι. Ο Στέλιος με άφησε με χρέη και ένα παιδί που δεν θέλει να δει ούτε ζωγραφιστό τον πατέρα του.»

Ο Κώστας αναστέναξε. «Συγγνώμη… Απλώς… Ξέρεις πώς είναι τώρα η ζωή. Όλοι παλεύουμε. Εσύ όμως… φαίνεσαι πάντα τόσο δυνατή.»

Δυνατή; Αν ήξερε πόσες νύχτες ξαγρυπνάω κοιτώντας το ταβάνι, προσπαθώντας να υπολογίσω αν θα φτάσουν τα λεφτά για το ενοίκιο και τα φροντιστήρια της Ελένης… Αν ήξερε πόσες φορές σκέφτηκα να τα παρατήσω όλα και να φύγω μακριά από αυτή την πόλη που με πνίγει.

Η Ελένη, η κόρη μου, είναι δεκατριών. Από τότε που χώρισα με τον Στέλιο, έχει κλειστεί στον εαυτό της. Δεν μιλάει πολύ, μόνο κάθεται με τις ώρες στο κινητό της ή ακούει μουσική. Προσπαθώ να της μιλήσω, να της εξηγήσω πως όλα θα πάνε καλά, αλλά βλέπω στα μάτια της την ίδια αμφιβολία που βλέπω και στον καθρέφτη κάθε πρωί.

Το βράδυ εκείνο γύρισα σπίτι αργά. Η Ελένη ήταν ήδη στο δωμάτιό της. Άφησα τα κλειδιά στο τραπέζι και κάθισα στον καναπέ, νιώθοντας ένα βάρος στο στήθος μου.

Το κινητό μου χτύπησε. Μήνυμα από τη μητέρα μου: «Πότε θα έρθεις να μας δεις; Ο πατέρας σου ανησυχεί.»

Από τότε που χώρισα, οι γονείς μου με κοιτούν σαν να είμαι ένα σπασμένο βάζο που δεν ξέρουν πώς να κολλήσουν. Ο πατέρας μου δεν μιλάει πολύ – μόνο ρωτάει αν χρειάζομαι λεφτά ή αν βρήκα δουλειά. Η μητέρα μου προσπαθεί να με στηρίξει, αλλά πάντα καταλήγει να λέει: «Μήπως βιάστηκες; Μήπως έπρεπε να προσπαθήσεις λίγο ακόμα;»

Πόσο εύκολο είναι για τους άλλους να κρίνουν…

Την επόμενη μέρα στη δουλειά – γραμματέας σε μια μικρή εταιρεία μεταφορών – ο προϊστάμενός μου, ο κύριος Νίκος, με φώναξε στο γραφείο του.

«Μαρία, πρέπει να σου πω κάτι… Οι δουλειές δεν πάνε καλά. Ίσως χρειαστεί να μειώσουμε ώρες ή ακόμα και προσωπικό.»

Ένιωσα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. «Δηλαδή… μπορεί να χάσω τη δουλειά;»

«Δεν ξέρω ακόμα. Αλλά καλό είναι να είσαι προετοιμασμένη.»

Βγήκα από το γραφείο τρέμοντας. Πώς θα τα βγάλω πέρα αν χάσω κι αυτή τη δουλειά; Πώς θα πληρώσω το νοίκι; Τι θα πω στην Ελένη;

Το ίδιο βράδυ ο Κώστας με πήρε τηλέφωνο.

«Συγγνώμη για χθες», είπε διστακτικά. «Ήμουν άδικος μαζί σου.»

«Δεν πειράζει», του απάντησα κουρασμένη. «Όλοι έχουμε τα προβλήματά μας.»

«Θέλεις να βγούμε για έναν καφέ; Να μιλήσουμε σαν παλιά;»

Ήθελα να του πω όχι. Ήθελα να του πω ότι δεν αντέχω άλλη πίεση, άλλη ζήλια, άλλες ερωτήσεις για πράγματα που δεν θέλω ούτε εγώ να σκέφτομαι. Αλλά τελικά συμφώνησα.

Συναντηθήκαμε στην πλατεία Συντάγματος. Ο κόσμος γύρω μας έτρεχε βιαστικός – άλλοι με χαμόγελα, άλλοι σκυθρωποί. Ο Κώστας είχε φέρει μαζί του μια σοκολάτα για την Ελένη.

«Θυμάσαι τότε που τρώγαμε σοκολάτες στο σχολείο και γελούσαμε μέχρι δακρύων;» είπε χαμογελώντας αμήχανα.

«Άλλες εποχές…» απάντησα.

Κάτσαμε σε ένα παγκάκι και για λίγο δεν μίλησε κανείς.

«Ξέρεις…» ξεκίνησε ο Κώστας διστακτικά, «ζηλεύω που έχεις κάποιον δίπλα σου – έστω κι αν ήταν ο Στέλιος. Εγώ πάντα μόνος ήμουν.»

Τον κοίταξα με απορία. «Γιατί δεν μου το είπες ποτέ;»

Σήκωσε τους ώμους. «Νόμιζα πως δεν θα με καταλάβαινες.»

Ένιωσα ένα κύμα συμπόνιας – και θυμού μαζί. Πόσα χρόνια ζούσαμε δίπλα-δίπλα χωρίς ποτέ να μιλάμε αληθινά;

«Ξέρεις τι είναι χειρότερο από το να είσαι μόνος;» του είπα τελικά. «Να νιώθεις μόνος ενώ έχεις κάποιον δίπλα σου.»

Γύρισε και με κοίταξε στα μάτια – ίσως για πρώτη φορά μετά από χρόνια.

«Μαρία… φοβάμαι πως σε έχασα κι εσένα.»

Έβαλα τα γέλια – πικρά όμως.

«Δεν έχασες τίποτα που δεν ήθελες πραγματικά να κρατήσεις.»

Εκείνο το βράδυ γύρισα σπίτι και βρήκα την Ελένη ξύπνια.

«Μαμά…» είπε διστακτικά, «είσαι καλά;»

Την κοίταξα – τόσο όμορφη και τόσο πληγωμένη.

«Θα είμαι καλά», της απάντησα τελικά. «Όσο έχουμε η μία την άλλη, όλα θα πάνε καλά.»

Αλλά μέσα μου ήξερα πως τίποτα δεν είναι τόσο απλό.

Τι αξίζει τελικά περισσότερο; Μια φιλία που βασίζεται σε μισές αλήθειες και ζήλια ή η μοναξιά της ειλικρίνειας;

Εσείς τι θα διαλέγατε; Θα δίνατε δεύτερη ευκαιρία σε μια φιλία που σας πλήγωσε ή θα προχωρούσατε μπροστά μόνοι σας;