Βοήθεια! Δεν Μπορώ να Βρω τον Σωστό Άντρα – Η Ιστορία της Μαρίας
«Πάλι μόνη, Μαρία; Πότε θα μας φέρεις κανέναν σοβαρό άνθρωπο στο σπίτι;» Η φωνή της μητέρας μου αντηχεί στο σαλόνι, γεμάτη απογοήτευση και μια δόση ειρωνείας. Κάθομαι στον καναπέ, με το κινητό στο χέρι, χαζεύοντας τα μηνύματα που δεν ήρθαν ποτέ. Ο πατέρας μου, όπως πάντα, διαβάζει εφημερίδα, αλλά σηκώνει το βλέμμα του και με κοιτάζει με εκείνο το βλέμμα που λέει «έχουμε αποτύχει κάπου».
«Μαμά, σε παρακαλώ, όχι πάλι αυτή η κουβέντα. Δεν είναι τόσο εύκολο όσο νομίζετε», απαντώ, προσπαθώντας να συγκρατήσω τα δάκρυά μου. Η αλήθεια είναι πως νιώθω να πνίγομαι. Είμαι 34 χρονών, με σταθερή δουλειά σε μια ασφαλιστική, δικό μου διαμέρισμα στα Πατήσια, φίλους που με αγαπούν, αλλά στην αγάπη… τίποτα. Κάθε φορά που νομίζω πως βρήκα τον σωστό, κάτι πάει στραβά.
Η Ελένη, η κολλητή μου, λέει πως φταίει η Αθήνα. «Εδώ όλοι είναι βιαστικοί, κανείς δεν θέλει να δεσμευτεί, όλοι ψάχνουν το επόμενο καλύτερο», μου λέει κάθε φορά που βγαίνουμε για καφέ στο Θησείο. Αλλά εγώ ξέρω πως το πρόβλημα είναι πιο βαθύ. Ίσως φταίω εγώ. Ίσως φοβάμαι να ανοιχτώ, να εμπιστευτώ, να αφήσω κάποιον να με πληγώσει.
Θυμάμαι τον Νίκο. Τον γνώρισα σε ένα γάμο, ξάδερφος της νύφης, μελαχρινός, με εκείνο το χαμόγελο που σε κάνει να ξεχνάς τα πάντα. Μιλήσαμε όλο το βράδυ, γελάσαμε, ήπιαμε, χορέψαμε. Την επόμενη μέρα, με πήρε τηλέφωνο. Βγήκαμε για φαγητό, μετά για ποτό, μετά για βόλτα στη θάλασσα. Ένιωθα πως επιτέλους κάτι αλλάζει. Αλλά μετά από δύο μήνες, άρχισε να απομακρύνεται. Μηνύματα που αργούσαν να απαντηθούν, δικαιολογίες για τη δουλειά, ακυρώσεις της τελευταίας στιγμής. Μια μέρα, απλά εξαφανίστηκε. Χωρίς εξήγηση. Έκλαιγα για μέρες. Η μητέρα μου έλεγε «δεν ήταν για σένα», αλλά εγώ ένιωθα πως κάτι έκανα λάθος.
Μετά ήρθε ο Γιάννης. Τον γνώρισα μέσω κοινών φίλων. Ήταν πιο μεγάλος, 41, χωρισμένος με ένα παιδί. Ήταν γλυκός, ώριμος, ήξερε τι ήθελε. Ή έτσι νόμιζα. Στην αρχή όλα πήγαιναν καλά. Με σύστησε στην κόρη του, με πήγε στους γονείς του στο χωριό, μιλούσαμε για το μέλλον. Αλλά όσο περνούσε ο καιρός, άρχισε να γίνεται απόμακρος. Μια μέρα, μου είπε πως δεν είναι έτοιμος να ξαναπαντρευτεί, πως φοβάται να πληγώσει το παιδί του. Έφυγα από το σπίτι του με δάκρυα στα μάτια, νιώθοντας πάλι την ίδια απογοήτευση.
Η μητέρα μου, κάθε φορά που επιστρέφω σπίτι, με ρωτάει «Τι έγινε με τον Γιάννη;» ή «Ο Νίκος τι κάνει;». Δεν καταλαβαίνει πως κάθε τέτοια ερώτηση είναι σαν μαχαιριά. Ο πατέρας μου, πιο διακριτικός, με πλησιάζει μια μέρα στην κουζίνα. «Μαρία, μην αφήνεις κανέναν να σε κάνει να αμφιβάλλεις για τον εαυτό σου. Είσαι δυνατή, όμορφη, αξίζεις τα πάντα». Τα λόγια του με συγκινούν, αλλά δεν φτάνουν να καλύψουν το κενό.
Οι φίλες μου προχωρούν. Η Ελένη παντρεύτηκε πέρυσι, τώρα περιμένει παιδί. Η Σοφία μετακόμισε με τον σύντροφό της στη Θεσσαλονίκη. Εγώ μένω πίσω, να κοιτάζω φωτογραφίες από γάμους, βαφτίσια, οικογενειακές στιγμές. Στο Facebook, όλοι δείχνουν ευτυχισμένοι. Εγώ νιώθω πως κάτι λείπει.
Ένα βράδυ, μετά από μια δύσκολη μέρα στη δουλειά, αποφασίζω να βγω μόνη μου. Πάω σε ένα μπαρ στο Κουκάκι, κάθομαι στη μπάρα, παραγγέλνω ένα ποτήρι κρασί. Δίπλα μου κάθεται ένας άντρας, ο Ανδρέας. Ξεκινάμε να μιλάμε. Είναι ευγενικός, αστείος, φαίνεται να ενδιαφέρεται. Μιλάμε για μουσική, για ταξίδια, για τη ζωή στην Αθήνα. Ανταλλάσσουμε τηλέφωνα. Την επόμενη μέρα, μου στέλνει μήνυμα. Βγαίνουμε για καφέ, μετά για σινεμά. Αρχίζω να ελπίζω ξανά.
Αλλά μετά από λίγες εβδομάδες, μαθαίνω πως έχει σχέση. Το μαθαίνω τυχαία, όταν τον βλέπω στο δρόμο με μια κοπέλα, να κρατιούνται χέρι-χέρι. Η καρδιά μου σφίγγεται. Δεν του λέω τίποτα, απλά διαγράφω το τηλέφωνό του και προσπαθώ να συνεχίσω. Αλλά κάθε φορά που κοιτάζω τον εαυτό μου στον καθρέφτη, αναρωτιέμαι: «Τι κάνω λάθος; Γιατί δεν μπορώ να βρω τον σωστό;»
Η μητέρα μου αρχίζει να γίνεται πιο πιεστική. «Πρέπει να κάνεις οικογένεια, Μαρία. Ο χρόνος περνάει. Όλες οι φίλες σου έχουν προχωρήσει. Εσύ τι περιμένεις;» Μια μέρα, ξεσπάω. «Δεν είναι τόσο απλό, μαμά! Δεν θέλω να παντρευτώ απλά για να πω ότι παντρεύτηκα. Θέλω να αγαπήσω, να με αγαπήσουν. Δεν θέλω να συμβιβαστώ!» Εκείνη με κοιτάζει με δάκρυα στα μάτια. «Κι εγώ το ίδιο ήθελα, Μαρία. Αλλά η ζωή δεν είναι παραμύθι. Πρέπει να κάνεις θυσίες.»
Σκέφτομαι τα λόγια της. Μήπως έχω πολύ υψηλές προσδοκίες; Μήπως φοβάμαι να ανοιχτώ; Μήπως η μοναξιά μου είναι δική μου επιλογή; Αλλά κάθε φορά που προσπαθώ να γνωρίσω κάποιον, νιώθω πως κάτι λείπει. Δεν θέλω να συμβιβαστώ με κάτι λιγότερο από αυτό που αξίζω. Αλλά πόσο ακόμα θα αντέξω αυτή τη μοναξιά;
Στη δουλειά, όλοι με ρωτούν για την προσωπική μου ζωή. Η Κατερίνα, η συνάδελφος, μου λέει «Έλα, Μαρία, να σε γνωρίσω στον ξάδερφό μου. Καλό παιδί, δουλεύει στη ΔΕΗ, σταθερός, σοβαρός». Αλλά δεν θέλω να γνωρίσω κάποιον απλά για να τον γνωρίσω. Θέλω να νιώσω εκείνο το σκίρτημα, την αγωνία, την προσμονή. Θέλω να ερωτευτώ.
Κάποιες νύχτες, ξαπλώνω στο κρεβάτι και σκέφτομαι τη ζωή μου. Τι θα γινόταν αν είχα κάνει άλλες επιλογές; Αν είχα μείνει με τον Νίκο, αν είχα προσπαθήσει περισσότερο με τον Γιάννη; Αν είχα δεχτεί να γνωρίσω τον ξάδερφο της Κατερίνας; Αλλά μετά θυμάμαι όλες τις στιγμές που ένιωσα μόνη, ακόμα και όταν ήμουν με κάποιον. Η μοναξιά δεν είναι πάντα θέμα συντροφιάς. Είναι κάτι πιο βαθύ, κάτι που κουβαλάς μέσα σου.
Ένα Σάββατο, αποφασίζω να πάω μια βόλτα στη θάλασσα. Κάθομαι στην άμμο, κοιτάζω το ηλιοβασίλεμα και σκέφτομαι τη ζωή μου. Θέλω να πιστέψω πως κάπου εκεί έξω υπάρχει κάποιος για μένα. Αλλά φοβάμαι πως ίσως πρέπει να μάθω να είμαι καλά και μόνη μου. Ίσως η ευτυχία να μην έρχεται πάντα με τη μορφή ενός άντρα. Ίσως πρέπει να αγαπήσω πρώτα τον εαυτό μου.
Γυρίζω σπίτι και βρίσκω τη μητέρα μου να με περιμένει. «Πού ήσουν;» με ρωτάει ανήσυχη. «Χρειάζομαι λίγο χρόνο για μένα, μαμά», της λέω. Με κοιτάζει, καταλαβαίνει. «Θέλω να είσαι ευτυχισμένη, Μαρία. Ό,τι κι αν σημαίνει αυτό.» Για πρώτη φορά, νιώθω πως με καταλαβαίνει.
Αλλά ακόμα αναρωτιέμαι: Θα βρω ποτέ τον σωστό; Ή μήπως πρέπει να μάθω να είμαι ευτυχισμένη με τον εαυτό μου; Εσείς τι λέτε; Έχετε νιώσει ποτέ έτσι; Πώς το ξεπεράσατε;