Φτάνει πια! Η ζωή μου δεν είναι παιδικός σταθμός – Η ιστορία μου ως «δεύτερη μαμά» του παιδιού της γειτόνισσας
«Μαρία, σε παρακαλώ, μόνο για δυο ωρίτσες! Έχω μια δουλειά και δεν έχω πού να αφήσω τον μικρό!»
Η φωνή της Ελένης αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, γεμάτη αγωνία και μια δόση ενοχής, λες και ξέρει πως το παρακάνει. Κοιτάζω το ρολόι μου. Είναι ήδη έξι το απόγευμα, έχω μόλις γυρίσει από τη δουλειά, τα πόδια μου πονάνε, το κεφάλι μου βουίζει. Κι όμως, για άλλη μια φορά, το στόμα μου δεν λέει αυτό που φωνάζει το μυαλό μου. «Εντάξει, φέρ’ τον.»
Ο μικρός Γιωργάκης μπαίνει τρέχοντας στο σπίτι μου, με τα παπούτσια γεμάτα λάσπη. Πριν προλάβω να πω λέξη, έχει ήδη ανέβει στον καναπέ, έχει ανοίξει την τηλεόραση και φωνάζει: «Θεία Μαρία, θέλω παγωτό!» Δεν είμαι θεία του, αλλά έτσι με φωνάζει. Και κάθε φορά που το ακούω, νιώθω ένα περίεργο μείγμα τρυφερότητας και θυμού. Γιατί, Θεέ μου, δεν μπορώ να πω όχι; Γιατί νιώθω πως αν αρνηθώ, θα είμαι κακιά, θα χαλάσω τη γειτονιά, θα γίνω η «δύσκολη»;
Η Ελένη μένει δίπλα μου εδώ και τρία χρόνια. Μόνη της με τον μικρό, ο άντρας της έφυγε για τη Γερμανία πριν γεννηθεί ο Γιωργάκης. Στην αρχή τη λυπήθηκα. Της έδωσα το τηλέφωνό μου, της είπα να με φωνάζει αν χρειαστεί κάτι. Δεν φανταζόμουν ποτέ πως αυτό το «αν χρειαστεί» θα γινόταν καθημερινότητα. Στην αρχή ήταν μια φορά τη βδομάδα, μετά δυο, τώρα σχεδόν κάθε μέρα. Κι εγώ, πάντα εκεί, πάντα διαθέσιμη, πάντα με το χαμόγελο – τουλάχιστον εξωτερικά.
«Μαρία, είσαι άγγελος! Δεν ξέρω τι θα έκανα χωρίς εσένα!» μου λέει κάθε φορά η Ελένη, αλλά ποτέ δεν μένει να δει πώς τα βγάζω πέρα. Ποτέ δεν με ρωτάει αν έχω κουραστεί, αν έχω ανάγκη να μείνω λίγο μόνη. Ποτέ δεν σκέφτεται πως κι εγώ έχω ζωή, δουλειά, προβλήματα. Και ο Γιωργάκης, όσο γλυκός κι αν είναι, είναι παιδί. Θέλει φροντίδα, προσοχή, υπομονή. Κι εγώ, όσο κι αν προσπαθώ, δεν είμαι η μάνα του.
Σήμερα, όμως, κάτι μέσα μου σπάει. Καθώς ο μικρός ρίχνει το γάλα στο χαλί και γελάει, νιώθω τα μάτια μου να γεμίζουν δάκρυα. Δεν είναι το γάλα, δεν είναι το χαλί. Είναι όλα αυτά τα «ναι» που είπα όταν ήθελα να πω «όχι». Είναι η κούραση, η μοναξιά, η αίσθηση πως έχω γίνει η babysitter της πολυκατοικίας. Και κανείς δεν το βλέπει, κανείς δεν το εκτιμάει στ’ αλήθεια.
«Γιωργάκη, σε παρακαλώ, μην κάνεις άλλες ζημιές. Η θεία είναι κουρασμένη σήμερα.»
Με κοιτάει με τα μεγάλα του μάτια, λίγο φοβισμένος, λίγο μπερδεμένος. Δεν του φταίω εγώ. Δεν του φταίει κανείς. Αλλά νιώθω πως πνίγομαι. Θέλω να φωνάξω, να πω στην Ελένη πως δεν αντέχω άλλο, πως έχω κι εγώ ζωή, πως δεν είμαι υποχρεωμένη να φροντίζω το παιδί της κάθε μέρα. Αλλά φοβάμαι. Φοβάμαι πως θα με παρεξηγήσει, πως θα με κακολογήσει στη γειτονιά, πως θα χαλάσει η σχέση μας. Και τι θα πει ο κόσμος; Στην Ελλάδα, όλα αυτά μετράνε. Η γειτονιά είναι μικρή, τα στόματα μεγάλα.
Το βράδυ, όταν η Ελένη έρχεται να πάρει τον μικρό, με βρίσκει να μαζεύω τα παιχνίδια από το πάτωμα. «Συγγνώμη, Μαρία, ξέρω πως σε κουράζω, αλλά δεν έχω άλλη λύση. Είσαι η μόνη που εμπιστεύομαι.»
Θέλω να της πω πως δεν είναι δίκαιο. Θέλω να της πω πως κι εγώ χρειάζομαι βοήθεια, πως κι εγώ έχω ανάγκες. Αλλά το μόνο που βγαίνει από το στόμα μου είναι ένα αδύναμο «Δεν πειράζει, Ελένη.»
Όταν κλείνει η πόρτα πίσω τους, σωριάζομαι στον καναπέ και βάζω τα κλάματα. Νιώθω θυμό, νιώθω ενοχή, νιώθω πως έχω χαθεί μέσα στις ανάγκες των άλλων. Θυμάμαι τη μάνα μου να μου λέει πάντα: «Να βοηθάς, Μαρία, αλλά να μην αφήνεις να σε πατάνε.» Κι εγώ, χρόνια τώρα, βοηθάω, αλλά νιώθω πως όλοι περπατάνε πάνω μου.
Την επόμενη μέρα, στη δουλειά, δεν έχω κουράγιο να μιλήσω σε κανέναν. Η συνάδελφός μου, η Κατερίνα, με ρωτάει τι έχω. Της τα λέω όλα, με λεπτομέρειες. «Μαρία, πρέπει να βάλεις όρια. Δεν είσαι υποχρεωμένη να φροντίζεις το παιδί της κάθε μέρα. Πες της το!»
«Κι αν θυμώσει; Κι αν με κακολογήσει;»
«Κι αν καταρρεύσεις εσύ;» μου απαντάει. «Ποιος θα σε φροντίσει τότε;»
Τα λόγια της με ακολουθούν όλη μέρα. Γυρνώντας σπίτι, βλέπω την Ελένη να με περιμένει στην είσοδο. «Μαρία, σε παρακαλώ, αύριο το πρωί μπορείς να κρατήσεις τον Γιωργάκη; Έχω μια συνέντευξη για δουλειά.»
Αυτό ήταν. Νιώθω το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. «Ελένη, πρέπει να μιλήσουμε.»
Με κοιτάει ξαφνιασμένη. «Τι συμβαίνει;»
«Δεν μπορώ άλλο, Ελένη. Σε βοηθάω όσο μπορώ, αλλά έχω κι εγώ ζωή, δουλειά, ανάγκες. Δεν γίνεται να είμαι συνέχεια διαθέσιμη. Πρέπει να βρεις κι άλλες λύσεις.»
Η σιωπή που ακολουθεί είναι βαριά. Η Ελένη με κοιτάει σαν να μην με αναγνωρίζει. «Μαρία, δεν το λέω για κακό. Απλώς… δεν έχω κανέναν άλλον.»
«Το ξέρω. Αλλά δεν μπορώ να είμαι πάντα εγώ αυτή που θυσιάζεται. Δεν είναι δίκαιο ούτε για σένα, ούτε για μένα, ούτε για τον Γιωργάκη.»
Για πρώτη φορά, βλέπω τα μάτια της να γεμίζουν δάκρυα. «Συγγνώμη, Μαρία. Δεν το κατάλαβα. Νόμιζα πως δεν σε πειράζει.»
«Με πειράζει, Ελένη. Αλλά δεν ήθελα να σε πληγώσω. Απλώς… πρέπει να βάλω όρια. Για να μπορώ να είμαι καλά και να βοηθάω όταν πραγματικά μπορώ.»
Η Ελένη σκύβει το κεφάλι. «Έχεις δίκιο. Θα προσπαθήσω να βρω λύση. Απλώς… φοβάμαι.»
«Κι εγώ φοβάμαι. Αλλά πρέπει να το κάνουμε. Για όλους μας.»
Εκείνο το βράδυ, κοιμάμαι για πρώτη φορά χωρίς βάρος στο στήθος. Ξέρω πως δεν θα είναι εύκολο. Ξέρω πως ίσως χαλάσει η σχέση μας, ίσως με κακολογήσουν στη γειτονιά. Αλλά ξέρω πως έκανα το σωστό. Για μένα. Για όλους.
Τώρα, καθώς γράφω αυτή την ιστορία, αναρωτιέμαι: Πόσες φορές έχουμε πει «ναι» όταν θέλαμε να πούμε «όχι»; Πόσες φορές έχουμε ξεχάσει τον εαυτό μας για να μην στενοχωρήσουμε τους άλλους; Μήπως ήρθε η ώρα να βάλουμε όρια, ακόμα κι αν φοβόμαστε τις συνέπειες;