Όταν Όλα Καταρρέουν: Ο Αγώνας μιας Ελληνίδας Κόρης να Φανεί
«Δόνα, είπα κάτι! Δεν έχεις ακούσει τίποτα από αυτά που σου λέω;» Η φωνή της μητέρας μου, της Αρετής, αντηχεί ακόμη στ’ αυτιά μου. Είναι βραδάκι, αρχές Σεπτέμβρη στη Νέα Σμύρνη, το καλοκαίρι ακόμα σιγοβράζει στα τζάμια, κι εγώ, δεκαοχτάχρονη τότε, γλιστράω τα δάχτυλα πάνω σε ένα βιβλίο λογοτεχνίας υπό το φως της λάμπας. Η μητέρα μου στέκεται στην πόρτα σαν σκιά, κι εκεί, σ΄ένα δευτερόλεπτο, όλα τα εφηβικά μου όνειρα γκριζάρουν από εκείνη τη μία φράση της.
Πάντα μου έλεγε ότι μεγαλώνοντας θα έπρεπε να είμαι δυνατή. Ότι «εδώ στην Ελλάδα, τίποτα δεν σου χαρίζεται», ότι «οι γονείς είναι για να σε σπρώξουν, όχι να σε κανακέψουν». Δεν θυμάμαι να με πήρε ποτέ αγκαλιά απλά επειδή το είχα ανάγκη, ούτε μια φορά δε μου είπε «μπράβο» χωρίς να ακολουθεί μια υπόνοια πως «θα μπορούσες και καλύτερα». Και πάντα, σε κάθε μου ανησυχία, μια ατάκα: «Η ζωή είναι δύσκολη. Προχώρα.»
Αναρωτιέμαι αν, πίσω απ’ όλη αυτή την αυστηρότητα, ήταν κάτι παραπάνω από φόβος ή αγωνία. Ήταν αγάπη ή ήταν απλώς ένας φόβος μήπως γίνω αδύναμη; Υπάρχουν νύχτες που ακόμη ψάχνω την απάντηση ανάμεσα στα φύλλα ενός παλιού ημερολογίου. Τα καλοκαίρια στο Χιλιομόδι, στο παλιό σπίτι της γιαγιάς, χαραγμένα με τις φωνές της μητέρας μου να συγκρούεται με τη δική της μάνα, τη γιαγιά Σμαρώ: «Πώς έγινε το παιδί σου τόσο σκληρό;» τη ρωτούσε. Και πάντα μια πόρτα έκλεινε ανάμεσά τους — και τελικά κι ανάμεσά μας.
Μια μέρα, θυμάμαι, ήμουν δεκατέσσερα. Η μητέρα μου μου άφησε ένα σημείωμα στον πάγκο της κουζίνας: «Δόνα, πήγαινε στη λαϊκή. Πάρε αυγά, φέτα και φρούτα. Κάνε και δουλειές.» Ήταν η μέρα των γενεθλίων μου. Όλο εκείνο το απόγευμα έψηνα μελαγχολικά κέικ με τότε κοπέλα μου – τη Σοφία – και προσπαθούσα να κρύψω τα δάκρυά μου. Εκείνη, η Σοφία, ήταν το πρώτο μου στήριγμα πέρα από την οικογένεια. Και πάντα, μέσα στο σπίτι, φοβόμουν να αναπνεύσω ελεύθερα και να δείξω ποια είμαι στ’ αλήθεια, γιατί ήξερα πως αν ένα βλέμμα της μητέρας μου καρφωνόταν πάνω μας, θα έμενα μονάχη μέσα σ’ ένα ψυχρό δωμάτιο με θράσος το ρεύμα της απόρριψης.
Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ άρχισα να στέκομαι στα πόδια μου. Έπιασα δουλειά σ’ ένα καφέ στα Εξάρχεια, τα βράδια διάβαζα για Πανελλήνιες. Η μάνα μου, πανταχού παρούσα με σχόλια: «Τόσο πολύ για λίγους καφέδες; Νομίζεις έτσι θα ζήσεις;» Προσπαθούσα να μαζέψω κάθε ψήγμα επιβράβευσης, μα εκείνη πιο ψυχή από ποτέ, σαν να απέφευγε να μιλήσει για εμένα μπροστά σε φίλες κι συγγενείς. Εκτός κι αν ήταν να πει, με καλυμμένο παράπονο: «Η κόρη μου διαβάζει πολύ, αλλά δεν ακούει εμένα. Θέλει να είναι ανεξάρτητη.»
Το καλοκαίρι μετά την αποφοίτησή μου, είχα μαζέψει όλο το θάρρος και της είπα στο τραπέζι: «Μάνα, σκέφτομαι να πάω στη Θεσσαλονίκη για σπουδές. Θα με βοηθήσεις;» Οι παύσεις μεταξύ μας ήταν σιωπές αιώνων. Με κοίταξε αργά, ξεφύσησε: «Στη Θεσσαλονίκη; Να δούμε… Εδώ στην Αθήνα δεν έχεις τίποτα; Ποιος θα πληρώνει το ενοίκιο; Δεν είμαστε πλούσιοι, Δόνα.» Εκείνη τη στιγμή είδα στο βλέμμα της όχι τη φροντίδα αλλά το άγχος, τη ματαίωση, ίσως το πείσμα να μην κάνω τίποτα που να κάνει εκείνη να νιώσει μικρή. Ποτέ δεν κατάλαβα αν, επιτέλους, με έβλεπε σαν ξεχωριστό πλάσμα ή απλώς σαν μια προέκταση του δικού της τραύματος.
Τα πρώτα φοιτητικά χρόνια στη Θεσσαλονίκη ήταν ελευθερία κι ενοχή μαζί. Ελευθερία να κάνω λάθη, να πω «σ’ αγαπάω» σε όποια θέλω, να διαλέξω από ποια βιβλία θα μάθω τη ζωή, αλλά και ενοχή για κάθε μέρα που δεν τηλεφωνούσα στη μάνα μου ή δεν σηκωνόμουν τα χαράματα τα Χριστούγεννα να τη βοηθήσω με τα κουραμπιέδες. Οι φίλοι μου μιλούσαν στους γονείς τους χωρίς να μετράνε τα λόγια τους – εγώ πάντα πρόσεχα. «Όλα καλά, μαμά, διάβασα πολύ σήμερα.» Ποτέ δεν είπα: «Φοβάμαι. Μου λείπεις, μα δεν ξέρω αν θες να μου λείπεις.»
Η πρώτη μας μεγάλη ρήξη ήρθε όταν της αποκάλυψα τη σχέση μου με τη Σοφία. Καλοκαίρι, στη βεράντα, εκείνη έριχνε νερό στα λουλούδια κι εγώ, με κομμένη φωνή, είπα: «Μαμά… θέλω να ξέρεις πως είμαι με τη Σοφία. Με κορίτσι, δηλαδή.» Την άκουσα να κρατάει την αναπνοή της. Ένα βλέμμα γεμάτο απορία, γυρνάει προς το μέρος μου: «Τι εννοείς; Αυτές είναι ξένες συνήθειες. Δεν είσαι εσύ αυτή.» Σαν να γινόμουν ξένη στη δική μου αυλή, στη δική μου οικογένεια.
Ακολούθησαν μήνες βουβής οργής. Τηλέφωνα λιγόστεψαν, κλήσεις που απαντήθηκαν με απλές κουβέντες για λογαριασμούς, για τα ρούχα που δεν πλύθηκαν, όχι για μένα. Ώρες στο λεωφορείο από Θεσσαλονίκη στην Αθήνα, αναρωτιόμουν αν άξιζε να πατήσω το κατώφλι του πατρικού – ή αν έπρεπε πια να φτιάξω ένα δικό μου σπίτι μακριά από κάθε είδους απόρριψη. Ο πατέρας, ο Αντώνης, πάντα απών, εργαζόμενος στο συνεργείο, λιγομίλητος, έσκυβε το κεφάλι και ξεφυσούσε. Ποτέ του δεν πήρε θέση στα ξέσπασμά μας.
Μια νύχτα, φοιτήτρια πια, γύρισα από τα ξενύχτια μέσα στη βροχή. Με περίμενε ένα μήνυμα στο κινητό: «Να φυλάγεις τον εαυτό σου. Δεν μοιάζεις σε μας. Πρόσεχε.» Το διάβασα και ένιωσα πως η Ελλάδα είναι χωρισμένη σε χίλια κομμάτια – το πιο μικρό απ’ όλα, εγώ.
Πέρασαν χρόνια κι η σχέση μας κινήθηκε στο ίδιο μοτίβο: αποστάσεις, σπάνια λόγια, λίγα χαμόγελα στις οικογενειακές γιορτές, αμηχανία μπροστά στο τραπέζι, τα ξαδέρφια να ρωτάνε «εσένα πότε θα σε δούμε να…;» και η μάνα πάντα πίσω από το τηγάνι, αποφεύγοντας το βλέμμα μου.
Η ζωή πέρασε. Τελείωσα, βρήκα δουλειά σε εκδοτικό οίκο. Ερωτεύτηκα άλλες γυναίκες, άνοιξα το σπίτι μου στη Κυψέλη, διεκδικούσα κάθε δικαίωμα για ελευθερία. Όμως ένα κομμάτι μου περίμενε εκείνο το τηλεφώνημα, τη μία λέξη: «Σ’ αγαπάω, Δόνα. Είσαι παιδί μου.» Ακόμα κι αν έχουν περάσει τόσα χρόνια, η φωνή της τραβάει λεπτή κλωστή μέσα από τις πιο απλές κινήσεις μου.
Πρόσφατα, έμαθα πως αρρώστησε. Καρκίνος στο στήθος. Πήγα στο νοσοκομείο, δίπλα της στο κρεβάτι. Οι ρυτίδες στα χέρια της βαθύτερες. Έπιασα το χέρι της δυνατά, χωρίς φιλοφρονήσεις, μόνο τη σιωπή μας. Κοίταξα βαθιά στα μάτια της. «Μάνα, τι περίμενες από μένα στ’ αλήθεια; Μ’ αγάπησες ποτέ όπως ήμουν;»
Έκλαψε. Για πρώτη φορά στην ενήλικη ζωή μου την είδα αδύναμη. «Ήθελα να μην πονέσεις. Και σε πλήγωσα. Όμως πάντα ήσουν η καλύτερη μου εκδοχή. Εγώ δεν ήξερα πώς να στο δείξω.»
Γυρνώντας σπίτι, αναρωτήθηκα: τελικά, όλοι κουβαλάμε τις πληγές των γονιών μας. Μπορούν τα παιδιά να συγχωρήσουν πραγματικά τους γονείς τους; Και, πάνω απ’ όλα, μπορούμε ποτέ να δούμε τον εαυτό μας με μάτια αγάπης μέσα σε αυτόν τον κόσμο που τόσο συχνά μας στερεί μια ανοιχτή αγκαλιά;
Περιμένω τη σκέψη σας. Σ’ εσάς έχει λείψει ποτέ ένα απλό «σ’ αγαπώ» από τους γονείς σας;