Τρία παιδιά σε έναν χρόνο – Πώς επιβιώνεις όταν η ζωή καταρρέει πάνω σου;
«Μαρία, τι θα πει ο κόσμος;» φώναξε η μάνα μου, με τα χέρια σηκωμένα στον αέρα. Το μωρό στα χέρια μου κλαίει ασταμάτητα, ο Παναγιώτης – μόλις έντεκα μηνών – προσπαθεί να τραβήξει το παντελόνι μου, κι ο Κώστας, σχεδόν δυο χρονών παιδί, τρέχει στην κουζίνα ψάχνοντας κάτι να φάει. Το σπίτι μυρίζει γάλα, καφέ και την αγωνία που αιωρείται σαν σύννεφο στο δωμάτιο. «Ο κόσμος; Μαμά, ο κόσμος δεν θα με βοηθήσει να τα ταΐσω! Δεν θα μου κρατήσει το χέρι όταν ξυπνάω τα βράδια και κλαίνε και τα τρία!» φώναξα πίσω, φωνή που έβγαινε βαθιά από την ψυχή μου, γεμάτη κούραση, αγανάκτηση και κάτι σαν πένθος για το ποια ήμουν κάποτε.
Η ζωή μου ανατράπηκε μέσα σε λίγους δεκατρείς μήνες. Με τον άντρα μου, τον Γιάννη, ήμασταν από τα ζευγάρια που όλοι μας ήθελαν μαζί. Όμως, λίγους μήνες μετά τον ερχομό του πρώτου μας παιδιού – του Κώστα – άρχισε να γίνεται σαν ξένος. Έλεγε πως η κρίση τον είχε τσακίσει, πως δεν άντεχε άλλο τη γκρίνια και το βάρος της οικογένειας. Ώσπου ένα πρωινό, ανάμεσα στο πρώτο μου καφέ και τις πάνες, έφυγε χωρίς να κοιτάξει πίσω. Έμεινα μόνη με έναν γιο και μια κοιλιά που δεν φαινόταν ακόμη – τον Παναγιώτη τον κράτησα κρυμμένο ακόμα κι από τον εαυτό μου για όσο μπορούσα. Και πριν κλείσω χρόνο από τη φυγή του, βρέθηκα ξανά έγκυος, σαν η ζωή να έκανε πλάκα εις βάρος μου – αυτή τη φορά από μια στιγμή αδυναμίας μ’ έναν παλιό φίλο, τον Στέλιο, που απλώς εξαφανίστηκε όταν άκουσε τα νέα.
Κι έτσι έμεινα. Στο μικρό διαμέρισμα στους Αμπελοκήπους, συχνά χωρίς ρεύμα, με μια ανασφάλεια που μου τρυπούσε το στομάχι. Ξύπναγα κάθε μέρα τρομαγμένη – όχι από τα ουρλιαχτά των μωρών, αλλά από τη σιωπή της απόγνωσης που πλάκωνε μόλις περνούσε το ξημέρωμα. Η μάνα μου, η κυρά Ευτυχία, έμπαινε φουριόζα κάθε τόσο. Άλλες φορές φέρνοντας μια τσάντα με όσπρια και μακαρόνια, άλλες με μια επίθεση: «Έπρεπε να προσέχεις! Τι σόι μάνα είσαι; Πού πας με τρία παιδιά, χωρίς πατέρα, χωρίς άντρα, χωρίς δουλειά;» Κι εγώ να νιώθω χτίσματα στην καρδιά.
Οι μέρες γινόντουσαν κύκλος: Ηλεκτρικό με το ζόρι, βραδινός εφιάλτης που το γάλα για τις φόρμουλες τελειώνει. Χώρισμα του χρόνου μετρώντας μπιμπερό, πάνες και στιγμές που ονειρευόμουν ότι ξυπνάω χωρίς εκείνο το βάρος στο στήθος. Μια μέρα, όταν ένας γείτονας χτύπησε το κουδούνι γιατί τα παιδιά έκλαιγαν ασταμάτητα, αισθάνθηκα σαν να διαλύομαι. «Συγγνώμη, αλλά δεν μπορώ κι άλλο φασαρία. Πρέπει να κάνετε κάτι…» είπε, κι εγώ μέσα μου ούρλιαξα. Η μόνη απάντηση που βρήκα ήταν να κλείσω την πόρτα και να σωριάσω το στήθος στο πάτωμα, με το πρόσωπο στα χέρια. «Μαρία, κάποτε ήθελες να γίνεις δασκάλα, θυμάσαι; Να μιλάς στα παιδιά για ήρωες… Τώρα, αν σώσεις τον εαυτό σου, θα ‘ναι θαύμα», ψιθύρισα στον εαυτό μου.
Δεν ήταν όλα σκοτεινά. Υπήρχαν στιγμές, λίγες, που μέσα στην απόγνωση άνθιζε η αγάπη. Τα τρία κεφαλάκια μαζεμένα στον καναπέ, η μυρωδιά από το δέρμα τους, το πρώτο χαμόγελο της μικρής Ελένης που γεννήθηκε τελευταία, ένα χάδι – αυτά ήταν τα σημάδια ότι ακόμα υπάρχω, ακόμα μπορώ. Αλλά οι νύχτες… Οι νύχτες ήταν αβάσταχτες. Ησυχία δεν υπήρχε ποτέ. Μια χούφτα βρεγμένα μάγουλα, ένα μικρό χέρι που με τραβούσε όταν ήθελα να κοιμηθώ έστω μισή ώρα. Κι εγώ, ανάμεσα στα αναφιλητά, σκεφτόμουν πώς είναι να παύεις να είσαι άνθρωπος και γίνεσαι απλώς μηχανή επιβίωσης.
Το μεγαλύτερο άγχος ήταν το βλέμμα των άλλων. Η γειτόνισσα από κάτω, που όταν με είδε στην πολυκατοικία με το δεύτερο μωρό, σταυροκοπήθηκε και μου πέταξε «Έλεος, παιδί μου, σταμάτα!». Οι φίλες μου – όταν υπήρχαν ακόμη – προσπαθούσαν να καταλάβουν. Η Ματίνα, πιεσμένη από το δικό της σπίτι, κουνούσε το κεφάλι και έλεγε «Δεν ξέρω πώς τα αντέχεις. Εγώ θα είχα φύγει». Μα πού να φύγω; Και πώς να παλέψω όταν το σώμα μου φώναζε να κοιμηθεί, να σταματήσει, να μην αντέχει άλλο;
Η οικογένεια με πήρε από κάτω. Τα βράδια, όταν όλα γαλήνευαν, θυμόμουν συζητήσεις με τον πατέρα μου, τον κύριο Κώστα, που με έπιανε να πλένω τα πιάτα, παράνοια εξαγριωμένη στα μάτια: «Έτρεξες, παιδί μου, πριν την ώρα σου. Ο κόσμος δεν συγχωρεί τις γυναίκες. Εμείς πώς να σ’ αντέξουμε με τρία μικρά;» Την τελευταία φορά που μιλήσαμε, σηκώθηκα πάνω, τα χέρια μου έτρεμαν. «Πατέρα, αν δε μπορείς να βοηθήσεις, μη με κρίνεις. Ή τουλάχιστον αγάπα τα εγγόνια σου όπως μπορείς. Εγώ τα μεγάλωσα μόνη. Αυτό μόνο ρωτάω: εσύ πού ήσουνα;» Δεν απάντησε ποτέ.
Κι ύστερα οι μέρες των γιορτών. Στολίζαμε ένα φτωχό δέντρο, τρία χαρτοκοπικά αστεράκια από τα χεράκια του Κώστα. Κανείς δεν ερχόταν, κανείς δεν ρωτούσε πώς ήμασταν – λες και γίναμε αόρατοι επειδή δεν ήμασταν «κανονική» οικογένεια. Ένα βράδυ, ο Παναγιώτης με ρώτησε: «Μαμά, γιατί δεν έχω μπαμπά όπως τα άλλα παιδιά;» Έσφιξα τα χέρια μου. «Θα σου πω όταν μεγαλώσεις, αγάπη μου. Προς το παρόν έχεις εμένα». Κι έκλαψα αθόρυβα σαν παιδί, φοβούμενη μήπως αργότερα μισήσουν κι εμένα γι’ αυτά που δεν μπορούσα να προσφέρω.
Υπήρχαν και στιγμές ανθρωπιάς, μέσα στη σκληρότητα. Η κυρία Σοφία, η μπακάρισσα της γειτονιάς, μου άφηνε σιωπηλά κάθε μήνα λίγο παραπάνω ψωμί ή γάλα «για τα μικρά». Κι όταν πάλεψα να της το πληρώσω, λύγισε: «Μαρία μου, εγώ είχα κι εγώ τρία παιδιά, δύσκολα χρόνια. Εσύ πιο πολύ από μένα κοίτα τα στα μάτια να μην μείνουν πεινασμένα». Ίσως να ήταν αυτό που με κράτησε όρθια εκείνον τον χειμώνα.
Πολλές φορές σκέφτηκα να τα παρατήσω. Να ζητήσω βοήθεια από το κράτος, να τα αφήσω για λίγο στη μητέρα μου, να φύγω, να απελευθερωθώ από το βάρος της ευθύνης. Αλλά ποτέ δεν έφτασα πραγματικά στην πόρτα. Τα παιδιά μου ήταν πια κομμάτι του εαυτού μου – ό,τι κι αν έλεγαν οι άλλοι για τη ζωή μου, κανείς δεν μπορούσε να αφαιρέσει αυτό που μ’ ένωνε μ’ αυτά.
Έμαθα να ζυγίζω τη ζωή όχι με τα λεφτά ή τη γνώμη του κόσμου, αλλά με το βαρύ χαμόγελο μετά από μια εξαντλητική ημέρα. Μετράς τη νίκη σου σε μικρές στιγμές: ένα «μαμά σ’ αγαπώ», ένα παιχνίδι στα πόδια του διαδρόμου, μια πειραγμένη φακή που τους άρεσε.
Πάντως, φοβάμαι ακόμα. Να μεγαλώσουν και να ρωτήσουν πάλι. Να με κρίνουν για τους δρόμους που πήρα – ή που δεν είχα καν να διαλέξω. Να πληρώσουν εκείνα το τίμημα της δικής μου μοναξιάς. Το μόνο που εύχομαι κάθε βράδυ, όταν όλα ησυχάζουν, είναι να ξυπνήσουν αύριο χωρίς εκείνον τον τρόμο του άγνωστου.
Και τώρα, καθώς σας γράφω, νιώθω πως δεν έχω απαντήσει ποτέ σε αυτό το ερώτημα που με καίει: Μπορεί κάποια να γίνει καλή μητέρα όταν είναι συνέχεια μόνη, απέναντι στην κοινωνία, στην οικογένεια, στη μοίρα; Ή μήπως, τελικά, η αγάπη είναι αυτό που καθορίζει τη δύναμη μας και όχι οι όροι που μας επιβάλλουν οι άλλοι;
Πείτε μου εσείς, αν αντέχατε στη θέση μου…