Σπασμένα Γυαλιά: Μια Οικογένεια Διαλυμένη από την Εξάρτηση στη Νέα Σμύρνη

«Μην το κάνεις πάλι, σε παρακαλώ!» φώναξα με όση δύναμη μου είχε απομείνει, η φωνή μου σχεδόν τρεμούλιαζε. Η μητέρα μου στάθηκε στην κουζίνα, τα μαλλιά της αχτένιστα, τα μάτια της φουσκωμένα από το ξενύχτι και το κλάμα. Ο πατέρας μου στεκόταν απέναντί μας, κρατώντας ένα άδειο ποτήρι και κοιτούσε το πάτωμα, σαν να είχε χαθεί μέσα του. «Σπύρο, σε παρακαλώ. Κοίτα μας!» φώναξε η μητέρα μου, αλλά ο πατέρας μου κούνησε το κεφάλι αργά.

Ένα ξαφνικό γδούπο ακούστηκε από το σαλόνι. Έτρεξα και πάγωσα. Τα γυαλιά από το κρυστάλλινο βάζο που είχε η μαμά για γιορτές ήταν σκορπισμένα στο πάτωμα, μέσα στο οποίο υπήρχε μια σκοτεινή κηλίδα κρασιού. Κι ο μπαμπάς, γονατιστός, μεθυσμένος, να ψιθυρίζει κάτι ακαταλαβίστικο. Ήταν τότε που κατάλαβα πως τίποτα πια δεν θα είναι το ίδιο.

Με λένε Μαρία, είμαι εικοσιδύο χρονών και μεγάλωσα στη Νέα Σμύρνη. Οι γονείς μου δούλευαν σκληρά, ο πατέρας μου ως οδηγός λεωφορείου στον ΟΑΣΑ, η μητέρα μου νοσηλεύτρια στο Ασκληπιείο. Όλα φαντάζαν φυσιολογικά, μέχρι που άρχισε η κρίση. Τα λεφτά στένεψαν, ο μπαμπάς έχασε κάτι βάρδιες και βυθίστηκε, όπως έλεγε, «σε μια θάλασσα χωρίς πάτο».

Στην αρχή, ήταν λίγες μπίρες με τα παιδιά στη γειτονιά. Μετά ήρθε το τσίπουρο, τα βράδια στο μπαλκόνι, το πρόσωπό του να σκιάζεται ολοένα κι άλλο. Έτρωγε σπάνια μαζί μας. Έμπαινα σπίτι κι έβρισκα τα παπούτσια του πεταμένα στη βεράντα, τα ρούχα του σκορπισμένα. «Μαρία, φέρε μου ένα ποτήρι, κορίτσι μου», μου φώναζε.

Η μαμά προσπαθούσε να βγάλει το μήνα, να βάζει στην άκρη δυο ευρώ για το ρεύμα. Και ταυτόχρονα να πλένει τα ξέχειλα τασάκια του μπαμπά, να μαζεύει το ξενυχτισμένο του βλέμμα, να φτιάχνει την ψυχή της κομματάκια. Όλα μας τα ρούφηξε η εξάρτηση: ο διάδρομος του σπιτιού γέμισε σκιές, τα δωμάτια, γυαλιά και ψίχουλα από ψωμί που είχε αφήσει πίσω του ο μπαμπάς, σαν παραμυθένιος λύκος που είχε καταβροχθίσει ό,τι τρυφερό απέμεινε.

Ο αδερφός μου, ο Κώστας, δεν άντεξε. Είπε ότι φεύγει, «να μαζέψει τον εαυτό του», πήγε φαντάρος στα Γιάννενα και δεν γύρισε ποτέ στην παλιά μας ζωή. Εγώ ήμουν μικρή, έτρεμα μην χαθεί κι η μητέρα μου. Κουλουριαζόμουν τις νύχτες στο κρεβάτι και προσευχόμουν: «Να ξυπνήσει αύριο ο μπαμπάς φυσιολογικός. Να μη φωνάξει η μαμά. Να δούμε όλοι μαζί ένα βράδυ τηλεόραση χωρίς καβγά».

Τα χρόνια πέρασαν ασήκωτα. Μαθήματα στο πανεπιστήμιο, εξετάσεις που έδινα με άγχος – όχι για να διαβάσω αλλά για το αν θα έχει φέρει ο πατέρας μου ξανά, παραγεμισμένη τσάντα με άδεια μπουκάλια. Οι γείτονες ψιθύριζαν: «Η οικογένεια του Σπύρου… Κρίμα το κορίτσι». Κανείς ποτέ δεν μπήκε μέσα, αλλά όλοι ήξεραν. Η απομόνωση ήταν χειρότερη κι από τη φτώχεια.

Θυμάμαι τη νύχτα που χτύπησε το κουδούνι. Ήταν η Αθανασία, η επιστήθια φίλη της μαμάς. «Φεύγω!» είπε ο μπαμπάς, τα πράγματά του σε μια σακούλα σούπερ μάρκετ. «Δε με αντέχετε πια, θα ησυχάσετε», έβρισε και έκλεισε την πόρτα πίσω του με δύναμη. Η μαμά ξέσπασε σε κλάμα, αλλόφρονη. «Μαρία μου, τι κάνουμε τώρα;» Αγκάλιασα τη μητέρα μου, όσο πιο σφιχτά μπορούσα. «Θα τα καταφέρουμε, να το θυμάσαι», της είπα, μα τα δάκρυά μου κύλησαν στα μαλλιά της.

Ένιωθα πως πρέπει να κάνω κάτι. Μίλησα με τον θείο μου, τον Γιάννη, και με πήρε μαζί του ένα πρωί, να ψάξουμε τον μπαμπά στα μπαρ της Ελευθερίου Βενιζέλου. Βρήκαμε τον πατέρα μου σ’ ένα παλιό καφενείο, να έχει τα μάτια του θολά πάνω από το τελευταίο ποτήρι. «Πάμε σπίτι, μπαμπά», του ψιθύρισα. Αυτός δεν σήκωσε το βλέμμα. «Τι θέλεις να δεις, παιδί μου, άνθρωπος είμαι ή σκιά;» Έκλαιγα, μπροστά σε ξένους. Δεν ντράπηκα. Είχα ήδη χάσει κάθε ιδιωτικότητα, κάθε δικαίωμα στη ντροπή.

Μέρες μετά, το τηλέφωνο κουδούνισε μέσα στη νύχτα. Ήταν απ’ το νοσοκομείο. Η μητέρα μου με άρπαξε απ’ το χέρι. «Έχει γίνει ατύχημα», μου είπε, η φωνή της γυμνή από ελπίδα. Φτάσαμε τρέμοντας στο Τζάνειο. Ο πατέρας μου είχε πέσει κι είχε ανοίξει το μέτωπό του. Τον βρήκε ένας πιτσιρίκος, σωριασμένο κάτω από μια γέφυρα του ηλεκτρικού. Οι γιατροί είπαν πως γλίτωσε για λίγο.

Η μητέρα μου, πιο ψύχραιμη απ’ ότι της επέτρεπαν τα μάτια της, του είπε ήρεμα: «Σπύρο, ως εδώ. Ή εμείς, ή το ποτό.» Το δίλημμα κράτησε μέρες. Ο πατέρας μου δέχτηκε, τότε για πρώτη φορά, να πάει σε πρόγραμμα απεξάρτησης στο Δαφνί. Έφτιαξε μια βαλίτσα, ρώτησε: «Θα με αγαπάτε, αν τα καταφέρω;» Του κρατήσαμε το χέρι – εγώ και η μαμά – και του απαντήσαμε μαζί: «Σε αγαπάμε, πατέρα. Θέλουμε, όμως, να αγαπήσεις κι εσύ τον εαυτό σου.»

Οι μήνες ήταν μακριοί. Έστελνα μικρά γράμματα στον πατέρα μου, ζωγράφιζα λουλούδια όπως όταν ήμουν παιδί και του έλεγα τα νέα της ζωής, τα μικρά καθημερινά που κάποτε μας ένωναν: πως πιτσιλούσε η βροχή τα τζάμια, πως άνθισαν οι βασιλικοί στο μπαλκόνι, πως ο Κώστας πήρε τηλέφωνο από τα σύνορα Έβρου και ρώτησε πώς είμαστε. Η μητέρα μου, βράχο, σηκώθηκε στα πόδια της, έπιασε δεύτερη δουλειά στον ΕΟΠΥΥ, κι εγώ φρόντιζα το σπίτι και τον εαυτό μου. Δεν ήταν εύκολο. Ένιωθα συχνά θυμό: «Γιατί σ’ εμάς; Γιατί να κουβαλάμε αυτή τη ντροπή;» Όμως η ελπίδα, σαν μικρό κερί, δεν έσβησε ποτέ τελείως.

Όταν επέστρεψε, ο πατέρας μου ήταν ίδιος κι αλλιώτικος. Κρατούσε ακόμα τις ενοχές του, αλλά προσπάθησε. Μίλησε λίγα, αλλά τα μάτια του έψαχναν τη συγχώρεση. Στην αρχή όλα ήταν ψεύτικα, τεταμένα. Μια νύχτα, τον βρήκα να κοιτάζει τα σπασμένα γυαλιά από το βάζο που είχε φυλάξει κρυφά η μαμά. Τα κοίταζε σαν να ζητούσε συγγνώμη από το παρελθόν του, από εμάς, από τον εαυτό του.

Τώρα, πια, γράφω αυτή την ιστορία γιατί θέλω να σας μιλήσω, γιατί ξέρω πως γύρω μου στις πολυκατοικίες, στα φτωχά σαλόνια, στους ήσυχους διαδρόμους, ζουν πολλές οικογένειες σαν τη δική μου. Χωρίς να φταίνε, σπάνε σε κομμάτια. Σήμερα περπατώ στη Νέα Σμύρνη, μυρίζω καφέ απ’ τα μικρά μαγαζιά, αφουγκράζομαι τις φωνές των ανθρώπων και νιώθω ακόμα τρωτή. Δεν ξεχνώ. Αλλά έμαθα πως όπου υπάρχει αγάπη, υπάρχει κι ελπίδα.

Κοιτάζω τον πατέρα μου, που κάθεται απέναντι και παίζει σκάκι με τον μικρό ανιψιό μας. Διαμέσου των σπασμένων γυαλιών, βρήκαμε πάλι λίγη ζεστασιά. Μερικές φορές αναρωτιέμαι: Μπορεί άραγε μια οικογένεια να θεραπευθεί πραγματικά; Ή, όπως το σπασμένο γυαλί, μένουν πάντα κάποιες γωνίες που κόβουν; Εσείς τι πιστεύετε;