«Ντρέπεται για μένα η κόρη μου γιατί δεν μπορώ να τη βοηθήσω οικονομικά»
«Είσαι απαράδεκτη, δεν αντέχεται άλλο αυτό! Οι φίλες μου γελάνε μαζί μου, όλες έχουν τα πάντα… μόνο εγώ τίποτα!» Η φωνή της Ελένης τρύπαγε τα αυτιά μου σαν γυαλί που σπάει. Κρατούσα το παλιό, πλυμένο μερόνυχτα τηλέφωνο στο χέρι, τρεμάμενη, με τα δάκρυα να καίνε τα μάγουλά μου. Ήταν ήδη περασμένες δώδεκα, κι εγώ για άλλη μια φορά περίμενα να την ακούσω, να μου πει ένα απλό «καληνύχτα μαμά», κι εκείνη με μαχαίρωνε, όχι μόνο με τα λόγια, αλλά με την αδιαφορία και την αχαριστία που διάβαζα στη φωνή της.
«Ελένη μου, προσπάθησα… Πίστεψέ με, αν μπορούσα, θα σου έδινα ό,τι χρειάζεσαι», ψιθύρισα, τρέμοντας να υψώσω τον τόνο μου. Η φωνή μου χάθηκε ανάμεσα στα δικά της ουρλιαχτά: «Δεν με νοιάζει τι προσπαθείς! Εγώ ντρέπομαι για σένα, το καταλαβαίνεις; ΝΤΡΕΠΟΜΑΙ!»
Έκλεισε το τηλέφωνο και έμεινα μόνη, στο μικρό διαμέρισμα των Πατησίων, παρέα με τις αναμνήσεις και τα κουρελιασμένα μου όνειρα. Σηκώθηκα μηχανικά να πλύνω το πρόσωπό μου, κοιτώντας τα ρυτίδια που βαθιά χαράχτηκαν στο δέρμα από έννοιες, άγρυπνες νύχτες, μονότονες μέρες γεμάτες αγωνία για το αν θα φτάσουν τα λεφτά ως το τέλος του μήνα.
Ήμουν δασκάλα για τριάντα πέντε χρόνια, έδωσα ό,τι είχα και δεν είχα στα παιδιά, μα πιο πολύ στη μικρή μου Ελένη. Χήρεψα νωρίς, ο Γιάννης σκοτώθηκε με το μηχανάκι όταν εκείνη ήταν μωρό ακόμα. Δύο δουλειές, νύχτες γεμάτες πλάνες ελπίδες, να μαζεύω χαρτζιλίκι για να έχει εκείνη τα βιβλία, τα φροντιστήρια, το χαμόγελο που δεν άφηνα να χαθεί από το προσωπάκι της.
Τώρα μου λέει πως ντρέπεται…
Όταν την άκουσα μικρή να λέει στην τάξη πως «η μαμά μου είναι η καλύτερη μαγείρισσα και δασκάλα του κόσμου» έλιωνα από περηφάνια. Πού πήγε αυτό το κοριτσάκι που μ’ έψαχνε στο πλήθος για να με φιλήσει πριν το σχολικό την πάρει; Πού χάθηκαν οι μέρες που τις Κυριακές βάζαμε μαζί τραχανά στη γάστρα και γελούσαμε με τα λάθη της;
Πριν τα μνημόνια, πριν ξεκινήσουν όλα να δυσκολεύουν, της είχα υποσχεθεί πως θα σπουδάσει, πως τίποτα δεν θα της λείψει. Τα λόγια εκείνα με βαραίνουν. Δεν μπόρεσα να κρατήσω τον λόγο μου. Μπήκε στη φιλοσοφική, μα τα ενοίκια κι οι λογαριασμοί μας λύγισαν. Πούλησα τα χρυσαφικά που άφησε η μάνα μου, έκοψα το κρέας, έραψα παλιές μπλούζες και τις έδωσα για καινούριες. Όμως το αγκάλιασμα της ανέχειας δεν αφήνει τίποτα αλώβητο:
– Μαμά, η Σοφία έχει καινούριο κινητό και πάει διακοπές στην Πάρο! Γιατί πάντα εγώ να μετράω τα ευρώ μου;
– Αγάπη μου, εσύ έχεις όλα όσα χρειάζεσαι. Δεν είμαστε όλοι ίδιοι…
– Εξαιτίας σου!
Όλα τα “Εξαιτίας σου” μου έγιναν κόμπος στο λαιμό. Κάθε φορά που κλείδωνα την εξώπορτα ένιωθα τις ματιές της να με αμφισβητούν. «Περίμενε να δεις όταν μεγαλώσεις», της έλεγα τότε. Τώρα, όμως, μεγάλωσε – ή μάλλον, έμεινε εγκλωβισμένη σε μια εφηβεία χωρίς τέλος, σε μια κοινωνία που μετράει τα πάντα με όρους χρημάτων και status.
Μου λείπουν τα χαμόγελά της. Την τελευταία φορά που έμεινε σπίτι μας, πήγα να της ακουμπήσω έναν κουραμπιέ στο πιάτο, εκείνη το απώθησε: «Δεν θέλω άλλο να με ταΐζεις αυτές τις φτωχοφαγίες σου».
Δάγκωσα τα χείλη μου. Πόσες φορές να εξηγήσω; Στη σύνταξη των 670 ευρώ δεν χωράνε όνειρα, παρά μόνο λογαριασμοί, φάρμακα, και λίγες πατάτες. Οι φίλες της – όλες παιδιά επαγγελματιών, που δεν έχασαν τα πάντα στην κρίση. Τα δικά μας μαθήματα ζωής όμως; Πού χωράει η αγάπη όταν ο κόσμος μετράει μόνο χαρτονομίσματα;
Προσπάθησα πολλές φορές να της μιλήσω:
– Ελένη, το ξέρεις πως όλα αυτά που έδωσα τα έδωσα από την καρδιά μου, όχι γιατί έπρεπε, αλλά γιατί ήθελα να σε δω ευτυχισμένη.
– Δεν με νοιάζουν οι προθέσεις σου. Η πραγματικότητα είναι άλλη.
– Ποια πραγματικότητα; Η μητέρα σου δεν είναι ένα ΑΤΜ! Ό,τι είχα και δεν είχα σου το έδωσα.
– Κι αυτό είναι το πρόβλημα! Εγώ χρειάζομαι πράγματα, όχι αγάπη!
Με έκλεψαν τα λόγια της. Δεν μπορεί, κάποια στιγμή θα το καταλάβει… Δεν μπορεί να είναι έτσι το παιδί μου.
Σκέφτηκα να ζητήσω βοήθεια από τον αδελφό της μάνας μου, τον θείο Στέλιο, που χρόνια τώρα κάνει πως δεν βλέπει. “Δεν ανακατεύομαι, μωρή Μαρία, εσύ τα ήθελες τα πολλά έξοδα… Να τα τώρα, να τα φας”. Μόνο η γειτόνισσα, η κυρα-Ματίνα, κάθεται και με ακούει. Αλλά κι εκείνη με κοιτά με ένα βλέμμα λύπησης, παλιάς Ελλάδας: “Έλα βρε Μαρία, πες μια προσευχή, όλα περνούν…”
Περνάνε όμως; Ο χρόνος περνάει, ναι. Τα τραύματα όμως; Τα λόγια της κάθε φορά γρατζουνάνε την ψυχή μου.
Μια μέρα, ανέβηκα στο νοσοκομείο, είχα τα γνωστά – πίεση, ζάχαρο, καρδιά. Όταν της τηλεφώνησα να της πω πως είμαι μέσα, ούτε να έρθει, ούτε να με ακούσει ήθελε. «Δεν έχω χρόνο. Να προσέχεις». Έμεινα μόνη, αναμένοντας την “επιστροφή της αγάπης”, μια καλοσύνη, ένα άγγιγμα. Οι νοσοκόμες μπαινόβγαιναν. Στις άλλες οικογένειες γέλιο, λουλούδια, επισκέψεις. Εγώ κοιτούσα την κουβέρτα και έσφιγγα τα χέρια μου, μην κλάψω μπροστά στη δική μου μοναξιά.
Συχνά, αναρωτιέμαι: Μήπως εγώ τη μεγάλωσα τόσο εξαρτώμενη από μένα που περίμενε πάντα να της τα προσφέρω όλα έτοιμα; Μήπως της έμαθα πως η αγάπη μας ανταλλάσσεται με δώρα; Ή μήπως στην Ελλάδα του σήμερα, δεν έχουν πια αξία τα αισθήματα και το δέσιμο, αλλά μόνο τα ευρώ;
Μια μέρα γύρισα σπίτι και βρήκα το δωμάτιό της άδειο. Ό,τι αγαπημένο είχε, το πήρε. Μου άφησε μόνο ένα χειρόγραφο σημείωμα: «Δεν αντέχω άλλο την ντροπή και τη φτώχεια. Σταμάτα να με καλείς». Αυτές οι λέξεις έγιναν οι χειρότερες ερινύες μου. Ήπια το χαμομήλι μου κι έκλαψα όλη νύχτα, μήπως και ξεπλύνω την ενοχή από πάνω μου.
Από εκείνη τη μέρα, κάθε βράδυ, περπατάω στις κρύες γειτονιές των Πατησίων και συλλογιέμαι τις λάμψεις από τα φώτα στα μπαλκόνια. Λέω πως ίσως κάποιος να σκέφτεται όπως εγώ – πως η αξία της μητέρας δεν μετριέται με υλικά, ούτε η αφοσίωση αγοράζεται. Μα νιώθω να πνίγομαι στη σιωπή. Η μόνη μου παρηγοριά είναι να φτιάχνω λιγοστή φασολάδα και να χαζεύω τις παιδικές φωτογραφίες της στα παλιά άλμπουμ που ξεθωριάζουν. Πόσο αλλάζει ένας άνθρωπος;
Η Ελένη μου δεν με παίρνει τηλέφωνο. Οι γιορτές περνούν χωρίς φωνές και γέλια. Οι δικοί της φίλοι είναι πιο σημαντικοί. Μια φορά, είδα μια φωτογραφία της στο facebook: χαμογελάει με φίλες σε ακριβό καφέ στο Κολωνάκι. Αναρωτήθηκα: Τι πόνο κουβαλάει να πρέπει να προσποιείται… Μήπως εγώ την έφτασα εκεί;
Άραγε, γιατί μας πονάνε περισσότερο τα λόγια των ανθρώπων που αγαπάμε πιο πολύ; Είναι η φτώχεια αληθινό στίγμα; Πόσο κοστίζει μια αγκαλιά από την κόρη σου;
Απαντήστε μου εσείς – τα λεφτά τελικά αξίζουν περισσότερο από την αγάπη της μητέρας; Μπορεί κανείς να ζήσει χωρίς αγάπη;