«Όλη μέρα δε κάνεις τίποτα»: Η αλήθεια για τη μητρότητα που κανείς δεν θέλει να ακούσει

«Ιωάννα, πάλι όλη μέρα δεν έκανες τίποτα; Το μωρό μόνο κοιμάται και τρώει! Ρε, δεν μπορώ να το καταλάβω αυτό που το κάνεις τόσο θέμα.»

Η φωνή του Κώστα αντηχεί ακόμα στα αυτιά μου, γεμάτη απορία, ειρωνεία ίσως και κρυφή απογοήτευση. Πιάνω τον εαυτό μου να σφίγγει το φλιτζάνι με το κρύο πια τσάι, το αριστερό μου χέρι να τρέμει ελαφρά. Ο μικρός, ο Ανδρέας, κοιμάται επιτέλους ύστερα από ώρες κλάματος και ανησυχίας, σπάει τη σιωπή μόνο με τα ήρεμα ανάσες του. Το πάτωμα γεμάτο με πάνες, υγρά μαντηλάκια, άπλυτα ρούχα κι ένα κομμένο μπιμπερό απ’ το χέρι.

Δεν θυμάμαι πότε έκανα τελευταία φορά ένα ζεστό ντους χωρίς να αγωνιώ αν θα ξυπνήσει ο μικρός. Δεν ξέρω πότε μίλησα τελευταία σε κάποιον χωρίς να ελέγχω διαρκώς από το baby monitor. Κι έχω έναν άντρα απ’ το πλάι μου που μετράει τα πάντα με αριθμούς. «Πόσες πάνες άλλαξες; Τίποτα σπουδαίο! Τι κουράζεσαι;» Μια μέτρηση που ποτέ δεν περιλαμβάνει τις αϋπνίες, το άγχος, τη μοναξιά.

«Θες να τα αλλάξουμε; Θες μια μέρα να κάτσεις εσύ σπίτι να φροντίσεις τον Ανδρέα κι εγώ να πάω να ‘ξεκουραστώ’ στη δουλειά»; είπα μια μέρα με πίκρα, μα εκείνος απλώς γέλασε. «Δουλειά, Ιωάννα, όχι διακοπές», μου είπε. Εγώ γέλασα κλαίγοντας.

Οι δικοί μου, η κυρία Άννα, η μάνα μου, βλέπει τα πράγματα αλλιώς: «Τα παιδιά μας μεγαλώσαμε, δεν παραπονιόμασταν τόσο! Ήσουν μάνα, κορίτσι μου, ήσουν ήρωας!» Μα ήρωας δε νιώθω. Νιώθω να ‘μαι διαρκώς στα όρια, να χάνω τον εαυτό μου ανάμεσα σε απαιτήσεις και ενοχές. Η φίλη μου, η Μαρία, μου στέλνει αργά το βράδυ μηνύματα, τότε που καταφέρνουμε να επικοινωνήσουμε: «Κι εγώ έτσι νιώθω, Ιωάννα. Και κανείς δεν το παραδέχεται, όλοι περιμένουν να χαμογελάς.»

Άντρες, πεθερές, μανάδες, φίλοι. Όλοι με συμβουλεύουν, κανείς δεν ακούει στ’ αλήθεια. Θυμάμαι τις πρώτες μέρες στο μαιευτήριο. Ο Ανδρέας ήταν μικροσκοπικός, φοβόμουν να τον κρατήσω. Η νοσηλεύτρια με μάλωσε γιατί δεν τον τάιζα σωστά. Ο Κώστας με ρώτησε αν μπορούσε να φέρει τον Νίκο για μπάλα. Η πεθερά μου ήρθε με βαριά βήματα και βαριές κουβέντες: «Το πρώτο μου εγγόνι κι εσύ είσαι κουρασμένη;»

Και να ‘μαι, μήνες μετά, με μαλλιά αχτένιστα και βλέμμα χαμηλωμένο, να μαζεύω τα κομμάτια μου σε μια κουζίνα που μυρίζει γάλα. Σκέφτομαι πώς ήταν κάποτε η ζωή μου. Ωράριο, φίλες, ταξίδια, γέλια. Που χάθηκαν όλα;

Υποτίθεται πως το να γίνεις μάνα είναι η μεγαλύτερη ευτυχία. Το ακούς παντού. Ξεχειλίζω όμως από ενοχές γιατί δεν νιώθω μόνο ευτυχία – νιώθω θυμό, μοναξιά, εξάντληση. «Θα περάσει», μου λένε όλοι. Κανείς δεν μιλά για το τώρα. Για τον ήχο του πλυντηρίου που σπάει τη σιωπή, για τα βράδια που τρομάζεις πως θα κάνεις κάτι στραβά, πως όλοι σε κρίνουν. Πόσες φορές έκλαψα σιωπηλά με το μωρό στην αγκαλιά;

Ήρθε ένα απόγευμα ο Κώστας νωρίτερα απ’ τη δουλειά. Με βρήκε να ψάχνω χαμένο κάλτσα και να τραγουδάω το ίδιο τραγούδι για να ηρεμήσει ο μικρός. «Βαρέθηκε να κάθεσαι σπίτι; Πόσο πια δύσκολο είναι;»

«Κώστα, δεν αντέχω άλλο. Δεν αντέχω να νιώθω αόρατη, άχρηστη, μόνη. Θέλω να με ακούσεις. Φοβάμαι πως χάνω το μυαλό μου.»

Έμεινε να με κοιτά για λίγο. Δεν απάντησε αμέσως. Πήγε, άλλαξε το μικρό και μετά γύρισε: «Πρέπει να το διαχειριστούμε λίγο διαφορετικά. Δεν φταις εσύ, απλά… δεν το φανταζόμουν έτσι.»

Άρχισε εκείνος να δουλεύει από το σπίτι μερικές μέρες. Είδα, πρώτη φορά, ειλικρινή αγωνία στα μάτια του τη στιγμή που το παιδί έκλαιγε χωρίς σταματημό. Αυτές οι μέρες όμως ήταν ψίχουλα, όχι λύση. Εγώ συνέχιζα να ‘μαι κυρίως μόνη. Μόνη με τις ενοχές, τις φοβίες και το φόβο να ζητήσω βοήθεια.

Μια Κυριακή προσπάθησα να μιλήσω στους γονείς μου. Ο μπαμπάς μου αναστέναξε, η μαμά μου θύμωσε: «Εσύ κανε τή δουλειά σου κι άσ’ τα υπόλοιπα! Όλες τα περάσαμε!» Μα εγώ δεν ήμουν ‘όλες’. Ήμουν εγώ, μόνη, τρομαγμένη μάνα που φοβάται και ντρέπεται να μιλήσει.

Άνοιξα δειλά σε μια ομάδα στο διαδίκτυο, έγραψα πως νιώθω εξουθενωμένη, πως νιώθω ότι πνίγομαι. Το επόμενο πρωί βρήκα δεκάδες απαντήσεις. «Είσαι γενναία, Ιωάννα. Κι εγώ τα έζησα αυτά. Μη ντρέπεσαι να ζητήσεις βοήθεια.» Αυτές οι κουβέντες, τυχαίων γυναικών, ήρθαν να με κρατήσουν περισσότερο από ό,τι οι δικοί μου άνθρωποι.

Άρχισα να παίρνω βαθιές ανάσες όταν το χρειαζόμουν. Να κλείνω τη γυάλινη πόρτα της κουζίνας για πέντε λεπτά ησυχίας. Ο Κώστας προσπάθησε. Έκανε τον φαγητό στον Ανδρέα μια μέρα. «Δεν ξέρω πώς το κάνεις τόσες ώρες», μου είπε. Είχε φωνή ταπεινή, αλλά πάλι συνέχισε την επόμενη μέρα: «Έλα μωρέ, συνηθίζεται.»

Μια μέρα του είπα: «Δεν είμαι μόνο μαμά και τίποτε άλλο. Είμαι άνθρωπος!» Θυμήθηκε για λίγο να μου αγοράσει λουλούδια, αλλά όταν τον ρώτησα τι κατάλαβε, μου είπε: «Να, για να χαρείς, δε σ’ αρέσει;» Μερικές φορές τα μικροπράγματα δείχνουν το μέγεθος της απόστασης.

Η μοναξιά μεγάλωσε μέσα μου, όσο μεγάλωνε και ο Ανδρέας. Άρχισα να πηγαίνω βόλτες στη γειτονιά, να κοντοστέκομαι στα καφενεία – εκεί, οι μαμάδες αντάλλασσαν συνθήματα, πόνους, μικρές χαρές. Δειλά βρήκα φωνή να πω πως δεν αντέχω την τελειότητα που μου ‘μαθαν ότι πρέπει να έχω. Άλλες μαμάδες μ’ έκαναν παρέα στη μοναξιά.

Ένα μεσημέρι μέσα στον ήλιο, ένιωσα μια σταγόνα δύναμης να κυλά στα στήθη μου – να, κοίτα, κάθε μέρα επιβιώνω. Έγραψα ένα γράμμα στον εαυτό μου, το κόλλησα στο ψυγείο: «Σήμερα έκανες ό,τι καλύτερο μπορούσες. Αρκεί. Είσαι αρκετή.»

Και τώρα το βράδυ, με τον μικρό να ανασαίνει ήρεμα στο δωμάτιό του και τον Κώστα να κάθεται στον καναπέ κοιτώντας τηλεόραση, εγώ κάθομαι και γράφω. Η ψυχή μου πονά ακόμα, αλλά δε νιώθω πια ντροπή. Αντί για τελείες, βάζω παύλες. Κι αναρωτιέμαι: πόσες από εσάς περνάτε το ίδιο; Πόσοι άντρες, πόσες οικογένειες καταλαβαίνουν στ’ αλήθεια τι συμβαίνει;

Πού φταίμε, τελικά, και το πιο πολύτιμο γίνεται και το πιο μοναχικό;

«Αν άκουγε κάποιος τις φωνές μου, τις σκέψεις μου, θα ‘ταν όλα αλλιώς; Είναι η αγάπη αρκετή για να φύγει η μοναξιά;»