«Πήρα Δάνειο για τον Πατέρα μου, αλλά Εκείνος το Ξόδεψε σε Τζόγο στη Θεσσαλονίκη» – Η Αλήθεια που Με Πόνεσε
«Μαμά, δεν αντέχω άλλο! Γιατί πάντα εγώ; Γιατί πάντα πρέπει να σώζω τον μπαμπά;» φώναξα μέσα στο τηλέφωνο, με τη φωνή μου να τρέμει από θυμό και αγωνία. Η μητέρα μου, η κυρία Ελένη, σιωπούσε στην άλλη άκρη της γραμμής. Ήξερε. Ήξερε ότι ο πατέρας μου, ο κύριος Γιάννης, είχε πάλι μπλέξει. Αλλά αυτή τη φορά ήταν διαφορετικά. Αυτή τη φορά, το τίμημα ήταν η ίδια μου η ζωή.
Όλα ξεκίνησαν ένα βροχερό απόγευμα του Μαρτίου στη Θεσσαλονίκη. Είχα μόλις επιστρέψει από τη δουλειά – δουλεύω ως λογίστρια σε μια μικρή εταιρεία στο κέντρο – όταν χτύπησε το κινητό μου. «Κόρη μου, πρέπει να σου μιλήσω. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου», είπε ο πατέρας μου με μια φωνή που έτρεμε. Η καρδιά μου βούλιαξε. Ο μπαμπάς δεν ήταν ποτέ υπερβολικός με την υγεία του. Αν έλεγε ότι ήταν σοβαρό, τότε ήταν σοβαρό.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησα, προσπαθώντας να συγκρατήσω τον πανικό μου.
«Ο γιατρός είπε ότι πρέπει να κάνω άμεσα εγχείρηση στην καρδιά. Δεν καλύπτεται από το ταμείο. Θέλουν 18.000 ευρώ προκαταβολή!»
Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. 18.000 ευρώ; Πού να τα βρω; Μόλις είχα πάρει προαγωγή – και όλοι νόμιζαν πως ξαφνικά κολυμπούσα στα λεφτά. Η αλήθεια ήταν πως απλώς μπορούσα να πληρώνω το νοίκι μου χωρίς να μετράω τα ψιλά για το σούπερ μάρκετ.
Την επόμενη μέρα πήγα στην τράπεζα. Υπέγραψα για δάνειο με επιτόκιο που με έκανε να ιδρώνω. Όταν έβαλα τα χρήματα στον λογαριασμό του πατέρα μου, ένιωσα περήφανη που μπορούσα να βοηθήσω την οικογένειά μου. «Είσαι ο άγγελός μου», μου είπε κλαίγοντας στο τηλέφωνο.
Πέρασαν μέρες χωρίς νέα του. Η μητέρα μου έλεγε πως ήταν κουρασμένος από τις εξετάσεις και πως θα με ενημέρωνε σύντομα. Κάτι όμως δεν μου κόλλαγε. Ο πατέρας μου πάντα ήθελε να μιλάμε μετά από κάθε γιατρό, κάθε εξέταση, κάθε τι που τον άγγιζε.
Μια εβδομάδα αργότερα, χτύπησε το τηλέφωνό μου από άγνωστο αριθμό. Ήταν ο θείος μου, ο Νίκος.
«Μαρία, πρέπει να σου πω κάτι… Ο πατέρας σου δεν είναι στο νοσοκομείο. Είναι στο καζίνο της Θεσσαλονίκης εδώ και μέρες. Τον είδα με τα μάτια μου.»
Ένιωσα το πάτωμα να φεύγει κάτω από τα πόδια μου. Η καρδιά μου χτυπούσε τόσο δυνατά που νόμιζα πως θα λιποθυμήσω.
«Δεν μπορεί… Κάνεις λάθος! Μου είπε…»
«Μαρία, σε παρακαλώ… Ξέρω τι είδα.»
Έκλεισα το τηλέφωνο και έτρεξα στη μητέρα μου.
«Μαμά, πού είναι ο μπαμπάς;»
Η μητέρα μου απέφυγε το βλέμμα μου.
«Δεν ξέρω… Μου είπε ότι θα πήγαινε για εξετάσεις…»
«Ο θείος Νίκος τον είδε στο καζίνο! Τα λεφτά που του έδωσα…»
Η μητέρα μου ξέσπασε σε κλάματα.
«Δεν ήξερα τίποτα! Ορκίζομαι!»
Το ίδιο βράδυ πήγα στο καζίνο. Τον βρήκα μπροστά σε μια ρουλέτα, με το πρόσωπο κατακόκκινο από το ποτό και την αγωνία.
«Μπαμπά!» φώναξα τόσο δυνατά που γύρισαν όλοι να με κοιτάξουν.
Γύρισε και με κοίταξε σαν χαμένος.
«Μαρία… Δεν είναι αυτό που νομίζεις…»
«Πού είναι τα λεφτά; Πού είναι η εγχείρηση;»
Άρχισε να ψελλίζει δικαιολογίες. Ότι είχε άγχος, ότι ήθελε να διπλασιάσει τα λεφτά για να μην επιβαρυνθώ άλλο, ότι δεν ήξερε πώς να σταματήσει.
«Με κατέστρεψες!» του φώναξα μέσα στα δάκρυα.
Έφυγα τρέχοντας, αφήνοντάς τον πίσω με το βλέμμα ενός χαμένου ανθρώπου.
Τις επόμενες μέρες δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Η τράπεζα ζητούσε τις δόσεις. Η δουλειά μου πήγαινε κατά διαόλου – δεν μπορούσα να συγκεντρωθώ σε τίποτα. Οι φίλοι μου προσπαθούσαν να με στηρίξουν, αλλά κανείς δεν καταλάβαινε πραγματικά πώς είναι να σε προδίδει ο ίδιος σου ο πατέρας.
Η μητέρα μου προσπαθούσε να κρατήσει τις ισορροπίες στο σπίτι. Ο πατέρας μου εξαφανισμένος – κανείς δεν ήξερε πού ήταν για μέρες. Όταν τελικά γύρισε, ήταν σαν σκιά του εαυτού του.
«Συγγνώμη, Μαρία… Δεν ήθελα…»
Δεν απάντησα ποτέ σε εκείνο το μήνυμα που μου άφησε στο κινητό.
Τα χρέη έμειναν σε μένα. Κάθε μήνα πλήρωνα τη δόση και κάθε φορά που έβλεπα το υπόλοιπο στον λογαριασμό μου, θυμόμουν εκείνη τη νύχτα στο καζίνο.
Οι συγγενείς μας χωρίστηκαν στα δύο: άλλοι έλεγαν πως έπρεπε να τον συγχωρήσω – «είναι ο πατέρας σου», άλλοι πως έπρεπε να κόψω κάθε επαφή μαζί του.
Η αλήθεια είναι πως ακόμα και τώρα δεν ξέρω τι είναι σωστό. Η αγάπη για την οικογένεια είναι βαθιά ριζωμένη μέσα μας – αλλά πού τελειώνει η αγάπη και πού αρχίζει η αυτοπροστασία;
Κάποιες φορές αναρωτιέμαι: Αν ήσασταν στη θέση μου, τι θα κάνατε; Θα συγχωρούσατε ή θα φεύγατε μακριά; Πόσο αντέχει η καρδιά μας πριν σπάσει οριστικά;