Στις 7 Πρωί, Έφερα Φρέσκο Φαγητό για τα Παιδιά μου, Αλλά ο Γιος μου Ούτε Ευχαριστώ Δεν Μου Είπε – Έκλεισε την Πόρτα στο Πρόσωπό μου. Είμαι Σίγουρη πως η Νύφη μου Φταίει
«Πάλι φέρνεις πράγματα, μαμά; Δεν σου είπαμε ότι δε θέλουμε;»
Να, αυτό ήταν το “καλημέρα” του Μιχάλη σήμερα το πρωί. Επτά η ώρα, πριν καν οι δρόμοι γεμίσουν κόσμο, βρέθηκα με τις σακούλες στα χέρια να ανεβαίνω τα σκαλοπάτια της πολυκατοικίας. Τα πόδια μου βαριά από το ξενύχτι – δεν έκλεισα μάτι να σκεφτώ αν θα αρέσουν του εγγονού μου τα κεφτεδάκια και αν έπρεπε να βάλω ρύζι ή πατάτες. Κρατούσα ακόμη κι ένα ταπεράκι για τη νύφη μου, την Ειρήνη. Να της δείξω πως την αγαπώ, ότι την θεωρώ παιδί μου – έστω κι αν εκείνη ποτέ δεν το πίστεψε.
Βρέθηκα στην πόρτα τους, ήσυχη αλλά και λίγο τρέμοντας – κάθε φορά δυσκολεύομαι όλο και περισσότερο. Ο γιος μου ήταν πάντα το επίκεντρο της ζωής μου. Τον κάναμε αργά, μετά από πολύ κόπο και άγχο, με χίλια βάσανα. Θυμάμαι τότε, τα λεφτά δεν έφταναν ούτε για διακοπές, κι όμως δεν παραπονεθήκαμε ποτέ. Ήθελα μόνο το παιδί μου να έχει ό,τι του λείπει εμένα. Εκείνος πάντα γκρίνιαζε πως ήμουν κολλημένη πάνω του, αλλά πώς να μην είμαι; Μεγάλωσα χωρίς στοργή – η μάνα μου σχεδόν με παράτησε στον πατέρα που δεν ήθελε παιδιά. Ορκίστηκα πως εγώ θα είμαι το αντίθετο.
«Καλημέρα, Μιχάλη μου. Σου έφερα λίγο φρέσκο ψάρι! Να το κάνεις το μεσημέρι,» του είπα με μια προσπάθεια να ακουστώ χαρούμενη. Εκείνος με κοίταξε νευριασμένα, λες κι έκανα κάποιο έγκλημα. Η Ειρήνη στεκόταν πίσω του, μα δε με κοίταξε καν. Σαν να μην ήμουν εκεί. «Δε χρειαζόταν, μαμά,» είπε απότομα, «Και έχουμε φαγητό. Και… δε χρειάζεται να έρχεσαι τόσο νωρίς. Έχουμε δική μας ζωή τώρα. Μπορούμε να μαγειρέψουμε.»
«Το ξέρω, παιδί μου. Απλώς είπα να σας ξεκουράσω λίγο. Η Ειρήνη δουλεύει και τις Κυριακές τελευταία, τι να κάνεις πρώτη…» προσπάθησα, έτοιμη να βάλω τα κλάματα. Αλλά πριν συνεχίσω, ο Μιχάλης άνοιξε την πόρτα να περάσω τις σακούλες μέσα και με μια κίνηση την έκλεισε μπροστά μου. Δυνατά. Χωρίς άλλα λόγια. Ξεροστάλιασα εκεί στο κεφαλόσκαλο, με τα χέρια να τρέμουν κι έναν κόμπο στο λαιμό. Ούτε ένα «ευχαριστώ»…
Κατέβηκα αγκομαχώντας. Θυμήθηκα πώς ήταν μικρός – ο Μιχάλης ούτε που ήξερε τι σημαίνει «όχι» από μένα. Αν ζητούσε κάτι, έτρεχα με χαρά ακόμα και με σαράντα πυρετό. Κι εκείνος πάντα γυρνούσε με ένα χαμόγελο, «Είσαι η καλύτερη μαμά του κόσμου!» Ένα χαμόγελο που χάθηκε μαγικά μόλις παντρεύτηκε. Όλα άλλαξαν τότε.
Η Ειρήνη ήρθε απ’ το Ηράκλειο. Όμορφη κοπέλα, ευγενική στην αρχή, αλλά κάπως απόμακρη. Ποτέ δε μιλήσαμε αληθινά. Κάποια Χριστούγεννα προσπάθησα να της μάθω μπακλαβά – «Δεν μου αρέσουν τα πολλά γλυκά,» μου είπε ψυχρά, «και δε σημαίνει ότι επειδή είμαι γυναίκα πρέπει να ξέρω.» Πικράθηκα, μα το κατάπια. Μακάρι να μπορούσα να τους πω πόσο μόνοι νιώθω. Να μάθει ο εγγονός μου ότι έχω ψυχή κι εγώ, όχι μόνο τάπερ και ευχές. Ακόμα κι ο μικρός, η Αριάδνη, τα τελευταία έχει μάθει να με λέει… «γιαγιά-φαγητό».
Παλιότερα, κάθε Κυριακή μαζευόταν όλη η οικογένεια σπίτι μας. Μαζί κι η αδερφή μου η Όλγα – φωνές, γέλια, παιχνίδια, τσακωμοί για το ποιος θα πάρει το τελευταίο κομμάτι μπουγάτσα. Τώρα πια, μου χτυπάει η καρδιά όταν βλέπω το τηλέφωνο να χτυπά. Πάντα ελπίζω πως είναι ο Μιχάλης. Συνήθως είναι εταιρεία κινητής ή ο λογαριασμός της ΔΕΗ.
Κάποιο απόγευμα, μετά από αυτό το περιστατικό, η γειτόνισσα, η Μαριάννα, με πέτυχε στην είσοδο. Μου έπιασε κουβέντα – «Δεν είναι σωστά αυτά, κυρία Δέσποινα… Στους γονείς ο σεβασμός δεν τελειώνει ό,τι κι αν γίνει.» Συμφώνησα χωρίς λέξεις. Μέσα μου όμως, βασανιζόμουν. Έκανα κάτι λάθος; Μήπως τον ασφυκτιούσα; Ήταν στ’ αλήθεια η Ειρήνη που σκεφτόταν έτσι ή κι ο γιος μου είχε αλλάξει;
Ένα Σάββατο βραδάκι, μετά από μια άσχημη μέρα, τόλμησα να πάρω εγώ τηλέφωνο τον Μιχάλη. Το σήκωσε, λαχανιασμένα, ακούγονταν φωνές των παιδιών και πιάτα να τσουγκρίζουν. «Τι θέλεις, μαμά;» είπε κοφτά. Κι εγώ, μαζεύοντας θάρρος, ρώτησα:
«Σε πειράζει τόσο που σας νοιάζομαι; Γιατί δε χαίρεσαι που σας φέρνω πράγματα ή που βοηθάω;»
Ακούστηκε να ψιθυρίζει με την Ειρήνη. Κάτι «πάλι τα ίδια», κάτι «φταίω εγώ που δεν της λέω να μην έρχεται».
«Δεν θέλουμε άλλο φαγητό. Θέλουμε να μεγαλώσουμε σαν ζευγάρι, να κάνουμε λάθη, να φάμε απ’ τα δικά μας χέρια. Καταλαβαίνεις;» Είπε, μα η φωνή του άλλαζε – σαν να έλεγε κάτι που τον πίεσαν να πει. Άλλαξε εντελώς αυτό το παιδί, το ξέρω. Εγώ θέλω μόνο να βοηθάω. Η Ειρήνη δεν θέλει καν να επισκέπτομαι τα εγγόνια μου χωρίς πρόσκληση. Ακόμα και τις γιορτές, έχω να τους δω μήνες. Φοράει πια καινούρια ρούχα, κάθεται στο σαλόνι με το λάπτοπ, τα παιδιά κολλημένα σε τάμπλετ και την τηλεόραση.
Άρχισαν και τα κουτσομπολιά στη γειτονιά. «Η νύφη δεν θέλει κανέναν, τον άντρα της στα χέρια τον έχει.» Ο καθένας δίνει τη γνώμη του εύκολα, αλλά πουθενά δεν βρήκα παρηγοριά. Μόνο στον καφέ, μόνη μου, να βλέπω παλιές φωτογραφίες από τα βαφτίσια, τα πρώτα βήματα, κι εκείνα τα χαμόγελα του Μιχάλη που πια λείπουν. Άραγε ήταν αληθινά; Μήπως τον πίεζα;
Πριν λίγες μέρες, η Αριάδνη είχε τη γιορτή της. Πήγα χωρίς να πω τίποτα, με ένα μικρό δώρο – ένα βιβλίο με ελληνικά παραμύθια, κι ένα κουτί λουκουμάδες που της αρέσουν. Κτύπησα το κουδούνι, άκουσα βιαστικές φωνές από μέσα. Άνοιξε η πόρτα μόνο μια ρωγμή. Η Ειρήνη, με ψυχρό χαμόγελο, μου είπε: «Δεν είναι καλή στιγμή, έχουμε δουλειές. Η Αριάδνη διαβάζει. Ίσως άλλη φορά, κυρία Δέσποινα.» Κυρία Δέσποινα, όχι μαμά. Ήθελα να φωνάξω, να ουρλιάξω, πως εγώ μεγάλωσα αυτό το παιδί, πως εκείνη τώρα μου τον πήρε μακριά. Αντίο μου είπε, μ’ ένα βλέμμα που δε σήκωνε κουβέντα.
Έβγαλα το δώρο από την τσάντα, το άφησα στο χαλάκι της πόρτας. Ούτε τηλέφωνο, ούτε ευχαριστώ. Τίποτα.
Το βράδυ, ξανακοίταξα παλιές κλήσεις στο κινητό. Η τελευταία φορά που με πήρε ο Μιχάλης χωρίς να ζητήσει κάτι ήταν το Πάσχα πριν τρία χρόνια. Περνά η ζωή, χάνουμε τους ανθρώπους πριν φύγουν στ’ αλήθεια. Μου λείπει το παιδί μου, ο εγγονός μου μου λείπει, και πιο πολύ το να νιώθω ακόμη μητέρα και σημαντική.
Άραγε εσείς τι θα κάνατε; Να επιμείνω; Να περιμένω να με θυμηθούν; Ή μήπως να σταματήσω να προσπαθώ και να κρατήσω την αξιοπρέπειά μου; Γιατί οι γονείς να νιώθουν πάντα ενοχές, ακόμη κι όταν μόνο αγάπη δίνουν;