«Όταν το ίδιο σου το παιδί σε ξεχνάει»: Μια εξομολόγηση για τη μοναξιά της μητρότητας στην Ελλάδα του σήμερα
«Μαμά, μπορείς να μου βάλεις 50 ευρώ στην κάρτα;»
Η φωνή της Ελένης ακούγεται βιαστική, σχεδόν αδιάφορη. Δεν υπάρχει ούτε ένα «τι κάνεις;», ούτε ένα «μου έλειψες». Μόνο το αίτημα, ξερό και κοφτό, σαν να μιλάει σε υπάλληλο τράπεζας. Κλείνω τα μάτια και παίρνω μια βαθιά ανάσα. Πόσες φορές ακόμα θα νιώσω αυτό το τσίμπημα στο στήθος;
Θυμάμαι τότε που ήταν μικρή. Την κρατούσα αγκαλιά στην παραλία της Βουλιαγμένης, τα μαλλιά της μύριζαν αλάτι και ήλιο. «Μαμά, θα είμαστε πάντα μαζί;» με ρωτούσε με εκείνα τα μεγάλα, αθώα μάτια. Της έλεγα «πάντα», και το πίστευα. Πώς φτάσαμε εδώ;
Ο άντρας μου, ο Γιάννης, κάθεται απέναντί μου στο τραπέζι της κουζίνας. Διαβάζει εφημερίδα, αλλά ξέρω πως ακούει. «Πάλι η Ελένη;» ρωτάει χωρίς να σηκώσει το βλέμμα του. «Ναι», απαντώ χαμηλόφωνα. Δεν θέλω να αρχίσουμε πάλι τον ίδιο καβγά.
«Της τα έμαθες έτσι», μου πετάει ψυχρά. «Ό,τι θέλει, το έχει έτοιμο. Τώρα μην παραπονιέσαι». Τα λόγια του με πληγώνουν, αλλά δεν έχω δύναμη να απαντήσω. Ίσως έχει δίκιο. Ίσως εγώ φταίω που την έμαθα να βασίζεται πάνω μου για τα πάντα.
Η Ελένη είναι 24 χρονών πια. Σπουδάζει στη Θεσσαλονίκη, αλλά κάθε φορά που μιλάμε είναι για λεφτά ή για να παραπονεθεί για κάτι: «Δεν έχω να πληρώσω το ρεύμα», «Χάλασε το λάπτοπ», «Θέλω να πάω διακοπές με τις φίλες μου». Πού πήγε εκείνο το κορίτσι που μου έλεγε τα μυστικά του;
Πριν λίγες μέρες, τόλμησα να της πω πως μου λείπει. «Μαμά, μην αρχίζεις πάλι», μου είπε εκνευρισμένη. «Έχω πολλά στο κεφάλι μου». Έκλεισε το τηλέφωνο απότομα. Έμεινα να κοιτάζω την οθόνη, νιώθοντας ένα κενό που δεν γεμίζει με τίποτα.
Στο σαλόνι, οι φωτογραφίες μας γελάνε ειρωνικά από τα ράφια. Η Ελένη μικρή, με τα μαλλιά της πλεξούδες, να κρατάει το χέρι μου σφιχτά στην πρώτη μέρα του σχολείου. Εγώ νέα, γεμάτη όνειρα για τη ζωή μας. Τώρα μοιάζουν όλα τόσο μακρινά.
Η μάνα μου λέει πως έτσι είναι τα παιδιά σήμερα. «Δεν έχουν ανάγκη κανέναν», μου λέει η κυρία Μαρία από τον πάνω όροφο όταν συναντιόμαστε στο ασανσέρ. «Εμείς μεγαλώσαμε αλλιώς». Νιώθω πως κανείς δεν καταλαβαίνει πόσο πονάει αυτή η απόσταση.
Το βράδυ, ο Γιάννης προσπαθεί να με παρηγορήσει με τον δικό του άγαρμπο τρόπο: «Άστην να φάει τα μούτρα της. Μόνο έτσι θα μάθει». Μα εγώ δεν μπορώ να είμαι σκληρή μαζί της. Είναι το παιδί μου.
Ένα βράδυ, αποφασίζω να της γράψω ένα μήνυμα: «Ελένη μου, σ’ αγαπάω πολύ και θα ήθελα να σε δω. Μου λείπεις». Περιμένω απάντηση όλο το βράδυ. Τίποτα.
Την επόμενη μέρα με παίρνει τηλέφωνο: «Μαμά, συγγνώμη που δεν απάντησα χθες, ήμουν έξω με τα παιδιά. Μπορείς να μου στείλεις 100 ευρώ;»
Νιώθω τα δάκρυα να καίνε τα μάγουλά μου. Θέλω να της φωνάξω: «Δεν είμαι μόνο το πορτοφόλι σου! Είμαι η μάνα σου!» Μα δεν βγαίνει λέξη από το στόμα μου.
Στη δουλειά, οι συνάδελφοι μιλούν για τα παιδιά τους που ζουν στο εξωτερικό ή που έχουν κάνει οικογένεια. Η Μαρία καμαρώνει για τον γιο της που είναι μηχανικός στη Γερμανία. Η Σοφία λέει πως η κόρη της παντρεύεται τον Σεπτέμβρη. Εγώ σωπαίνω.
Ένα απόγευμα, η Ελένη ανεβάζει φωτογραφίες στο Instagram από ένα μπαρ στη Θεσσαλονίκη. Φοράει ένα φόρεμα που της είχα αγοράσει στα γενέθλιά της και γελάει με τις φίλες της. Τα σχόλια κάτω από τη φωτογραφία είναι γεμάτα καρδούλες και φιλάκια. Κανένα για μένα.
Αποφασίζω να πάρω το τρένο και να πάω να τη δω χωρίς να την ειδοποιήσω. Ο Γιάννης διαφωνεί: «Θα την κάνεις να νιώσει ότι την παρακολουθείς». Δεν τον ακούω.
Φτάνω στη Θεσσαλονίκη ένα πρωί του Μαρτίου. Η πόλη μυρίζει βροχή και καφέδες από τα φοιτητικά στέκια. Περπατάω μέχρι την πολυκατοικία της Ελένης και χτυπάω το κουδούνι.
Ανοίγει η συγκάτοικός της, η Άννα: «Η Ελένη δεν είναι εδώ, έχει μάθημα». Κάθομαι στο μικρό σαλονάκι και περιμένω. Τα κορίτσια γελάνε και μιλάνε για αγόρια και πάρτι.
Όταν γυρίζει η Ελένη και με βλέπει, παγώνει: «Τι κάνεις εδώ;»
«Ήθελα να σε δω», της λέω διστακτικά.
«Δεν μπορείς απλά να έρχεσαι έτσι! Έχω ζωή εδώ!»
Τα λόγια της με χτυπάνε σαν σφαίρα. Προσπαθώ να συγκρατήσω τα δάκρυά μου μπροστά στις φίλες της.
«Συγγνώμη αν σε φέρνω σε δύσκολη θέση», ψιθυρίζω.
«Δεν καταλαβαίνεις ότι έχω μεγαλώσει; Δεν είμαι πια παιδί!»
Γυρίζω στην Αθήνα με βαριά καρδιά. Ο Γιάννης με κοιτάζει λυπημένος: «Σου το είπα…»
Τις επόμενες μέρες δεν επικοινωνούμε καθόλου. Το κινητό μένει σιωπηλό – μέχρι που ξαναχτυπάει:
«Μαμά… μπορείς να μου στείλεις λεφτά;»
Αυτή τη φορά δεν απαντώ αμέσως. Κοιτάζω έξω από το παράθυρο – ο ήλιος δύει πάνω από τις πολυκατοικίες της Αθήνας και σκέφτομαι πόσο δύσκολο είναι να είσαι γονιός στην Ελλάδα του σήμερα: ανάμεσα στην αγάπη και την ανάγκη για ανεξαρτησία, ανάμεσα στη φροντίδα και την απογοήτευση.
Άραγε φταίμε εμείς που μεγαλώσαμε παιδιά που μας βλέπουν μόνο σαν πορτοφόλι; Ή μήπως έτσι είναι η ζωή τώρα; Πόσο εύκολο είναι τελικά να κρατήσεις ζωντανή μια σχέση μάνας-κόρης όταν όλα γύρω αλλάζουν;
Εσείς τι λέτε; Έχετε νιώσει ποτέ τόσο μόνη μέσα στην ίδια σας την οικογένεια;