«Δεν μπορώ να είμαι πια το κορίτσι για τα θελήματα της κυρίας Μαρίας»: Η αλήθεια που έκρυβα χρόνια
«Δεν μπορώ άλλο, κυρία Μαρία. Δεν μπορώ να είμαι πια το κορίτσι για τα θελήματά σας». Η φωνή μου έτρεμε, αλλά τα μάτια μου ήταν σταθερά καρφωμένα στα δικά της. Η κυρία Μαρία με κοίταξε σαν να μην καταλάβαινε. Ή μάλλον, σαν να μην ήθελε να καταλάβει.
«Τι λες, παιδί μου; Εσύ πάντα ήσουν εδώ για μένα. Ποιος θα μου φέρνει τα φάρμακα; Ποιος θα μου ψωνίζει;»
Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Ήξερα πως αν έκανα πίσω τώρα, δεν θα έβρισκα ποτέ το θάρρος να βάλω τα όριά μου. Για χρόνια ήμουν η σκιά της. Όταν η κόρη της, η Ελένη, ερχόταν από τη Θεσσαλονίκη μια φορά το τρίμηνο, όλα ήταν καλά. Τις υπόλοιπες μέρες, όμως, ήμουν εγώ εκείνη που έτρεχε: στο φαρμακείο, στο σούπερ μάρκετ, ακόμα και στο ΚΕΠ για χαρτιά που δεν καταλάβαινε.
Η δική μου ζωή; Μια αλυσίδα από υποχρεώσεις. Δουλειά στο λογιστικό γραφείο του κυρίου Στέλιου το πρωί, σπίτι το μεσημέρι για να μαγειρέψω στα παιδιά μου, και μετά τρέξιμο στην κυρία Μαρία. Ο άντρας μου, ο Γιώργος, πάντα παραπονιόταν:
«Πάλι στη Μαρία θα πας; Εμείς δεν υπάρχουμε;»
Και η μητέρα μου, από το χωριό στη Φλώρινα, με έπαιρνε τηλέφωνο και με ρωτούσε αν τρώω καλά, αν ξεκουράζομαι. Πώς να της πω ότι ένιωθα να πνίγομαι;
Το βράδυ πριν το ξέσπασμα, καθόμουν στην κουζίνα με ένα φλιτζάνι τσάι και κοίταζα το ρολόι. Ήταν ήδη έντεκα και δεν είχα διαβάσει τα παιδιά για το σχολείο. Ο μικρός μου, ο Νίκος, ήρθε και με αγκάλιασε:
«Μαμά, γιατί είσαι πάντα κουρασμένη;»
Τα μάτια μου γέμισαν δάκρυα. Δεν ήξερα τι να του απαντήσω. Ήξερα μόνο ότι κάτι έπρεπε να αλλάξει.
Την επόμενη μέρα, όταν η κυρία Μαρία με κάλεσε να της αλλάξω μια λάμπα και να της φέρω ψωμί από τον φούρνο του Μανώλη, ένιωσα ένα κύμα θυμού και ενοχής μαζί. Πήγα στο σπίτι της με βαριά καρδιά. Εκείνη καθόταν στην πολυθρόνα της και με περίμενε σαν βασίλισσα.
«Έλα, κορίτσι μου! Έλα να μου αλλάξεις τη λάμπα γιατί φοβάμαι μην πέσω», είπε με τη γνωστή της φωνή.
Άλλαξα τη λάμπα μηχανικά. Όταν τελείωσα, στάθηκα μπροστά της.
«Κυρία Μαρία, πρέπει να σας μιλήσω», είπα.
Η φωνή μου ήταν χαμηλή αλλά αποφασιστική. Της εξήγησα πως δεν μπορώ πια να είμαι πάντα διαθέσιμη. Πως έχω κι εγώ οικογένεια, παιδιά που με χρειάζονται, δουλειά που με πιέζει. Εκείνη με κοίταξε με μάτια γεμάτα απογοήτευση.
«Και τι θα κάνω εγώ τώρα; Η Ελένη δεν μπορεί να έρχεται συχνά. Εσύ ήσουν σαν κόρη μου», ψιθύρισε.
Ένιωσα ένα μαχαίρι στην καρδιά. Ήξερα πως είχε δίκιο – ήμουν σαν κόρη της. Αλλά εγώ; Ποιος ήταν εκεί για μένα;
Γύρισα σπίτι και βρήκα τον Γιώργο στον καναπέ. Με κοίταξε εξεταστικά.
«Επιτέλους γύρισες νωρίς», είπε ειρωνικά.
«Δεν πήγα για ψώνια στην κυρία Μαρία σήμερα», του απάντησα κουρασμένα.
«Μπράβο σου», είπε και χαμογέλασε αχνά. «Ήρθε η ώρα να σκεφτείς λίγο κι εμάς».
Το ίδιο βράδυ χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Ελένη.
«Καλησπέρα σας, είμαι η Ελένη, η κόρη της μαμάς», είπε ψυχρά. «Η μητέρα μου είναι πολύ στενοχωρημένη. Δεν καταλαβαίνω γιατί σταματήσατε να τη βοηθάτε έτσι ξαφνικά».
Προσπάθησα να εξηγήσω ευγενικά πως έχω κι εγώ υποχρεώσεις και πως τόσα χρόνια έκανα ό,τι μπορούσα. Η φωνή της έγινε πιο σκληρή:
«Ξέρετε πόσο δύσκολο είναι για μένα να ανεβαίνω από τη Θεσσαλονίκη; Η μαμά σας είχε σαν παιδί της».
Έκλεισα το τηλέφωνο με τρεμάμενα χέρια. Ένιωθα ενοχές αλλά και θυμό – γιατί όλοι περίμεναν από μένα να γεμίζω τα κενά τους;
Τις επόμενες μέρες απέφευγα την κυρία Μαρία στη σκάλα. Άκουγα τα βήματά της πίσω από την πόρτα και κρατούσα την ανάσα μου. Τα παιδιά μου ήταν πιο χαρούμενα που ήμουν σπίτι νωρίτερα. Ο Γιώργος άρχισε να βοηθάει περισσότερο στις δουλειές του σπιτιού.
Μια μέρα συνάντησα την κυρία Μαρία στο μπαλκόνι.
«Καλημέρα», της είπα διστακτικά.
Με κοίταξε ψυχρά.
«Καλημέρα», απάντησε και γύρισε το βλέμμα αλλού.
Ένιωσα ένα βάρος στο στήθος μου – σαν να έχανα μια οικογένεια που είχα διαλέξει μόνη μου. Αλλά ήξερα πως έπρεπε να προστατέψω τον εαυτό μου.
Στο γραφείο ο κύριος Στέλιος με ρώτησε:
«Όλα καλά στο σπίτι; Φαίνεσαι πιο ήρεμη τελευταία».
Χαμογέλασα αμήχανα.
«Προσπαθώ να βάλω όρια», του είπα.
Γέλασε δυνατά.
«Στην Ελλάδα όλοι θέλουν κάτι από σένα – αν δεν πεις “όχι”, θα σε ρουφήξουν».
Σκέφτηκα πόσο δύσκολο είναι για μια γυναίκα εδώ να πει «όχι». Να μην είναι πάντα διαθέσιμη: για τους γονείς της, τα παιδιά της, τους γείτονες. Να μην αισθάνεται ενοχές όταν βάζει τον εαυτό της πρώτο.
Το βράδυ κάθισα στο μπαλκόνι με ένα ποτήρι κρασί και κοίταξα τα φώτα της πόλης. Άκουγα τις φωνές των παιδιών που έπαιζαν στην αυλή και ένιωθα μια γλυκόπικρη ανακούφιση.
Ίσως έχασα μια φίλη – ίσως κέρδισα τον εαυτό μου.
Αναρωτιέμαι: Πόσες γυναίκες στην Ελλάδα νιώθουν παγιδευμένες ανάμεσα στις προσδοκίες των άλλων και στις δικές τους ανάγκες; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;