Ένα τηλεφώνημα μέσα στη νύχτα: Η ιστορία μιας μάνας στην Αθήνα

«Μαρία, σήκω! Είναι επείγον!» Η φωνή του Κώστα, του πρώην άντρα μου, αντηχούσε στο ακουστικό. Ήταν τρεις τα ξημερώματα. Πώς γίνεται να μην έσβησα τον ήχο του κινητού; Πώς γίνεται να με ξυπνάει ακόμα αυτός ο άνθρωπος, μετά από τόσα χρόνια διαζυγίου;

«Τι έγινε, Κώστα;» ψιθύρισα, προσπαθώντας να κρύψω το τρέμουλο στη φωνή μου. «Η Άννα… δεν απαντάει στα τηλέφωνα. Μου είπε η φίλη της ότι χθες το βράδυ έφυγε θυμωμένη από το σπίτι σου. Τι έγινε;»

Η καρδιά μου χτύπησε δυνατά. Η Άννα, η κόρη μας, το φως της ζωής μου και ταυτόχρονα η μεγαλύτερη πηγή άγχους μου τα τελευταία χρόνια. Από τότε που ενηλικιώθηκε, οι καβγάδες μας έγιναν πιο έντονοι. Δεν με άκουγε πια. Ήθελε να φύγει, να ζήσει μόνη της, να ξεφύγει από τη σκιά μου.

«Δεν έγινε τίποτα σοβαρό», απάντησα ψέματα. «Απλώς… διαφωνήσαμε για κάτι.»

«Μαρία, αν της έχεις πει πάλι κάτι για τον Πέτρο…»

«Δεν είναι της ώρας!» φώναξα και του έκλεισα το τηλέφωνο στα μούτρα. Ο Πέτρος, ο φίλος της Άννας, ήταν η αφορμή για τους περισσότερους καβγάδες μας. Δεν τον εμπιστευόμουν. Ήταν μεγαλύτερός της, άνεργος, και πάντα είχε μια δικαιολογία για όλα.

Σηκώθηκα από το κρεβάτι και κοίταξα έξω από το παράθυρο. Η Αθήνα κοιμόταν, αλλά εγώ ήμουν ξύπνια, μόνη, παγιδευμένη στις σκέψεις μου. Θυμήθηκα τη μέρα που ο Κώστας έφυγε από το σπίτι. Τότε νόμιζα πως τίποτα χειρότερο δεν θα μπορούσε να μου συμβεί. Έκανα λάθος.

Η μοναξιά μετά το διαζύγιο είναι σαν βαρύ πάπλωμα που σε πνίγει τα βράδια. Οι φίλες μου είχαν τις δικές τους οικογένειες. Η μάνα μου είχε πεθάνει πριν χρόνια. Ο αδερφός μου ζούσε στη Θεσσαλονίκη και μιλούσαμε σπάνια. Η Άννα ήταν όλος ο κόσμος μου – κι όμως, κάθε μέρα απομακρυνόταν όλο και περισσότερο.

Το πρωί βρήκα ένα μήνυμα από την Άννα: «Μην ανησυχείς, είμαι καλά. Θα μείνω με τον Πέτρο για λίγο.» Δεν απάντησα αμέσως. Ήθελα να της γράψω «Γύρνα πίσω», αλλά ήξερα πως θα την έσπρωχνα ακόμα πιο μακριά.

Πήγα στη δουλειά σαν ρομπότ. Δουλεύω σε ένα λογιστικό γραφείο στο Παγκράτι. Οι συνάδελφοι με ρώτησαν αν είμαι καλά – προφανώς φαινόταν ότι δεν είχα κοιμηθεί καθόλου. «Όλα καλά», ψέματα ξανά.

Το μεσημέρι με πήρε η φίλη μου η Ελένη. «Μαρία, πρέπει να βγεις λίγο έξω. Έλα να πιούμε έναν καφέ στην πλατεία.» Δεν ήθελα, αλλά πήγα. Καθίσαμε σε ένα μικρό καφέ κάτω από τα δέντρα.

«Δεν αντέχω άλλο», της είπα με δάκρυα στα μάτια. «Η Άννα με μισεί. Ο Κώστας με κατηγορεί για όλα. Νιώθω ότι έχω αποτύχει σαν μάνα.»

Η Ελένη έπιασε το χέρι μου. «Δεν έχεις αποτύχει, Μαρία. Απλώς… μεγαλώνουν τα παιδιά και θέλουν να φύγουν από κοντά μας. Είναι φυσιολογικό.»

«Ναι, αλλά γιατί πονάει τόσο;»

Γυρνώντας σπίτι, βρήκα τον Κώστα να με περιμένει στην είσοδο της πολυκατοικίας.

«Πρέπει να μιλήσουμε», είπε αυστηρά.

«Δεν έχω τίποτα να σου πω.»

«Η Άννα είναι παιδί μας και οι δυο μας! Δεν μπορείς να την κρατάς μακριά από μένα επειδή χώρισαμε!»

«Εσύ έφυγες! Εσύ βρήκες άλλη! Εσύ διάλεξες!»

Άρχισα να κλαίω μπροστά του, χωρίς ντροπή αυτή τη φορά.

«Δεν ήθελα να σε πληγώσω», είπε χαμηλόφωνα.

«Αλλά το έκανες.»

Έφυγε χωρίς άλλη κουβέντα.

Το βράδυ κάθισα στο παλιό σαλόνι μας και κοίταξα τις φωτογραφίες στους τοίχους: η Άννα μικρή στην παραλία της Νάξου, εγώ και ο Κώστας χαμογελαστοί σε κάποιο πανηγύρι στο χωριό του στην Αρκαδία. Πού πήγε όλη αυτή η ευτυχία;

Χτύπησε το τηλέφωνο ξανά – αυτή τη φορά ήταν η Άννα.

«Μαμά;»

«Ναι, αγάπη μου;»

«Θέλω να σου μιλήσω… Μπορώ να έρθω αύριο;»

Η φωνή της ήταν διστακτική, σχεδόν φοβισμένη.

«Φυσικά και μπορείς.»

Όλο το βράδυ δεν έκλεισα μάτι. Σκεφτόμουν τι θα της πω, πώς θα την αγκαλιάσω χωρίς να την πνίξω με τις ενοχές μου.

Το επόμενο πρωί ήρθε νωρίς. Κρατούσε ένα σακίδιο και φορούσε το παλιό της τζιν μπουφάν.

«Μαμά… συγγνώμη για χθες.»

Την αγκάλιασα σφιχτά.

«Κι εγώ συγγνώμη, Άννα μου. Ίσως σε πιέζω πολύ… Απλώς φοβάμαι για σένα.»

Κάτσαμε στον καναπέ και μιλήσαμε για ώρες – για τον Πέτρο, για τα όνειρά της, για τους φόβους μου.

«Θέλω να δοκιμάσω να ζήσω μόνη μου», είπε τελικά.

Ένιωσα ένα μαχαίρι στην καρδιά αλλά χαμογέλασα.

«Αρκεί να είσαι ευτυχισμένη», της είπα ψέματα – ή ίσως όχι εντελώς ψέματα.

Το βράδυ έμεινα μόνη στο σπίτι. Η σιωπή ήταν εκκωφαντική αλλά διαφορετική αυτή τη φορά – όχι τόσο βαριά όσο πριν.

Αναρωτιέμαι: Μπορεί μια μάνα ποτέ πραγματικά να αφήσει το παιδί της ελεύθερο; Και μετά από τόσες πληγές, υπάρχει άραγε ελπίδα για μια νέα αρχή; Τι λέτε εσείς;