Έφυγα με τα παιδιά μου από τον άντρα-τύραννο. Η φίλη μου η Μαρία ήθελε να με βοηθήσει, αλλά ο άντρας της, ο Γιώργος, μας έκλεισε την πόρτα. Μήπως τελικά είμαι μόνη μου;

«Μαμά, πού πάμε;» ψιθύρισε η μικρή Ελένη, κρατώντας σφιχτά το χέρι μου. Η φωνή της έτρεμε, όπως κι εγώ. Ήταν τρεις τα ξημερώματα, και τα βήματά μας αντηχούσαν στη σιωπή της πολυκατοικίας, καθώς κατεβαίναμε τις σκάλες με βιαστικά, σχεδόν άηχα βήματα. Ο Νίκος, ο μεγάλος μου γιος, δεν μιλούσε. Μόνο κοίταζε πίσω του, φοβισμένος μήπως ακούσει το γνώριμο βήμα του πατέρα του.

«Σσσς… Μην κάνετε θόρυβο. Θα πάμε στη θεία Μαρία, εντάξει;» προσπαθούσα να ακουστώ ήρεμη, αλλά η φωνή μου έσπαγε. Τα χέρια μου έτρεμαν, τα κλειδιά έπεσαν στο πάτωμα. Τα μάζεψα βιαστικά, με τον φόβο να με πνίγει. Πόσες φορές είχα φανταστεί αυτή τη στιγμή; Πόσες φορές είχα πει στον εαυτό μου «αύριο θα φύγεις» και τελικά έμενα, ελπίζοντας πως κάτι θα αλλάξει;

Εκείνο το βράδυ, όμως, δεν άντεξα άλλο. Ο Δημήτρης, ο άντρας μου, είχε ξεπεράσει κάθε όριο. Τα παιδιά έκλαιγαν, εγώ αιμορραγούσα από το χτύπημα στο μάτι. «Αν μείνεις, θα σε σκοτώσει», ψιθύρισε μια φωνή μέσα μου. Και έφυγα. Με δύο τσάντες, δυο παιδιά και μια καρδιά που χτυπούσε σαν τρελή.

Στο ταξί, τα παιδιά κουλουριάστηκαν πάνω μου. Ο οδηγός με κοίταξε από τον καθρέφτη, αλλά δεν είπε τίποτα. Ίσως κατάλαβε. Ίσως είχε δει κι άλλες σαν εμένα. Η Αθήνα κοιμόταν, αλλά εγώ ήμουν ξύπνια, πιο ξύπνια από ποτέ.

Όταν φτάσαμε στην πολυκατοικία της Μαρίας, η καρδιά μου γέμισε ελπίδα. Η Μαρία ήταν η φίλη μου από το σχολείο. Ήξερε τα πάντα για μένα. Ήξερε και για τον Δημήτρη, αν και ποτέ δεν της είχα πει όλη την αλήθεια. Της είχα πει μόνο όσα άντεχα να πω.

Χτύπησα το κουδούνι. Μια, δυο, τρεις φορές. Η Μαρία άνοιξε την πόρτα με τις πιτζάμες, τα μάτια της κόκκινα από τον ύπνο. «Χριστίνα; Τι έγινε;»

«Σε παρακαλώ… Δεν έχω πού να πάω. Ο Δημήτρης…» Δεν πρόλαβα να τελειώσω. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα. Μας αγκάλιασε και τους τρεις.

Πριν προλάβουμε να μπούμε μέσα, εμφανίστηκε ο Γιώργος, ο άντρας της. «Τι γίνεται εδώ; Ποιος χτυπάει τέτοια ώρα;»

Η Μαρία προσπάθησε να του εξηγήσει, αλλά εκείνος ήταν ανένδοτος. «Δεν γίνεται να μείνετε εδώ. Έχουμε και τα δικά μας προβλήματα. Δεν μπορώ να μπλέξω. Αν μάθει ο Δημήτρης ότι είστε εδώ, θα έχουμε μπλεξίματα.»

«Γιώργο, σε παρακαλώ… Είναι φίλη μου! Δεν έχει πού να πάει!»

«Δεν με νοιάζει! Δεν θα μπλέξω εγώ με τα δικά σας! Να πάει στη μάνα της!»

Η Μαρία γύρισε προς εμένα, τα μάτια της γεμάτα ντροπή και πόνο. «Συγγνώμη, Χριστίνα… Δεν ξέρω τι να κάνω…»

Έμεινα εκεί, στην είσοδο της πολυκατοικίας, με τα παιδιά να τρέμουν από το κρύο και τον φόβο. Ένιωσα να χάνω τη γη κάτω από τα πόδια μου. Πού να πάω; Η μάνα μου μένει στη Λάρισα, ο πατέρας μου πέθανε πριν χρόνια. Οι συγγενείς μου με είχαν απομακρύνει όταν παντρεύτηκα τον Δημήτρη, γιατί δεν τον ήθελαν. Οι φίλες μου είχαν χαθεί μία-μία, καθώς ο Δημήτρης με απομόνωνε όλο και περισσότερο.

Έκατσα στο σκαλοπάτι, τα παιδιά δίπλα μου. Η Ελένη άρχισε να κλαίει. Ο Νίκος με κοίταξε στα μάτια. «Μαμά, θα μας βρει ο μπαμπάς;»

«Όχι, αγάπη μου. Είμαστε ασφαλείς.» Το είπα χωρίς να το πιστεύω.

Η Μαρία βγήκε ξανά στην πόρτα. «Πάρε αυτό το κινητό. Είναι παλιό, αλλά έχει κάρτα. Αν χρειαστείς κάτι…» Μου έδωσε και λίγα χρήματα. «Συγγνώμη…»

Περπατήσαμε στους άδειους δρόμους της Αθήνας. Σκεφτόμουν να πάω στο αστυνομικό τμήμα, αλλά φοβόμουν. Τι θα πουν; Θα με πιστέψουν; Ή θα πουν «οικογενειακά είναι, λύστε τα μόνοι σας»; Πόσες φορές είχα ακούσει αυτή τη φράση από γείτονες, ακόμα και από συγγενείς;

Καθίσαμε σε ένα παγκάκι στην πλατεία. Τα παιδιά αποκοιμήθηκαν πάνω μου. Ένιωθα μόνη, προδομένη, θυμωμένη. Θυμήθηκα τη μάνα μου να μου λέει «να κάνεις υπομονή, όλοι οι άντρες έτσι είναι». Θυμήθηκα τον Δημήτρη να μου λέει «κανείς δεν θα σε πιστέψει αν μιλήσεις». Και τώρα, η Μαρία… Η μόνη που ήλπιζα ότι θα σταθεί δίπλα μου, δεν μπόρεσε να με βοηθήσει.

Ο ήλιος άρχισε να βγαίνει. Τα παιδιά ξύπνησαν πεινασμένα. Πήγαμε σε ένα φούρνο. Ο φούρναρης μας κοίταξε περίεργα. «Όλα καλά;» ρώτησε διστακτικά.

«Όλα καλά», ψέλλισα. Αγόρασα δυο τυρόπιτες με τα λεφτά της Μαρίας.

Κάθισα ξανά στο παγκάκι. Σκέφτηκα να πάρω τηλέφωνο τη μάνα μου. Τελικά το έκανα.

«Μαμά…»

«Χριστίνα; Τι έγινε παιδί μου;»

«Δεν μπορώ άλλο… Έφυγα από τον Δημήτρη…»

Η φωνή της άλλαξε. «Καλά έκανες. Έλα σπίτι. Θα τα βρούμε.»

Έκλεισα το τηλέφωνο και άρχισα να κλαίω. Ήταν η πρώτη φορά που η μάνα μου με στήριξε πραγματικά. Ίσως γιατί τώρα κατάλαβε πόσο σοβαρά ήταν τα πράγματα.

Πήρα το ΚΤΕΛ για Λάρισα. Όλη τη διαδρομή κοιτούσα τα παιδιά μου να κοιμούνται στα γόνατά μου. Σκεφτόμουν τι θα κάνω από εδώ και πέρα. Πώς θα ξαναχτίσω τη ζωή μας; Πώς θα τους προσφέρω ασφάλεια και αγάπη;

Στη Λάρισα, η μάνα μου μας περίμενε στην αποβάθρα. Μας αγκάλιασε όλους σφιχτά. «Εδώ είσαι ασφαλής», μου είπε.

Τις επόμενες μέρες, άρχισα να ψάχνω δουλειά. Δεν ήταν εύκολο. Οι συγγενείς σχολίαζαν πίσω από την πλάτη μου. «Γύρισε πίσω με τα παιδιά της…», «Δεν τα κατάφερε στον γάμο της…». Η μάνα μου όμως ήταν εκεί. Τα παιδιά άρχισαν να χαμογελούν ξανά.

Ο Δημήτρης με έπαιρνε τηλέφωνο, με απειλούσε. Πήγα στην αστυνομία. Αυτή τη φορά βρήκα έναν αστυνόμο που με άκουσε πραγματικά. Μου έδωσε οδηγίες για το πώς να προστατευτώ. Βρήκα μια ομάδα υποστήριξης γυναικών. Εκεί γνώρισα κι άλλες σαν εμένα. Δεν ήμουν μόνη.

Κάποια μέρα, η Μαρία με πήρε τηλέφωνο κλαίγοντας. «Συγγνώμη, Χριστίνα… Δεν ήξερα τι να κάνω… Ο Γιώργος με πίεσε…»

«Σε καταλαβαίνω», της είπα. «Αλλά εκείνη τη νύχτα ένιωσα πιο μόνη από ποτέ.»

Η ζωή μας άρχισε σιγά-σιγά να φτιάχνει. Βρήκα δουλειά σε ένα φροντιστήριο. Τα παιδιά πήγαν σχολείο. Κάθε μέρα ήταν δύσκολη, αλλά ήμουν ελεύθερη.

Σκέφτομαι συχνά εκείνη τη νύχτα στην είσοδο της πολυκατοικίας. Πόσες γυναίκες ζουν κάτι παρόμοιο και δεν τολμούν να φύγουν; Πόσοι φίλοι μας γυρίζουν την πλάτη όταν τους έχουμε ανάγκη;

Αναρωτιέμαι: Τι θα κάνατε εσείς αν ήσασταν στη θέση της Μαρίας ή του Γιώργου; Και αν ήσασταν στη δική μου θέση, θα βρίσκατε τη δύναμη να φύγετε;