Συνάντησα τη Μαρία στο σούπερ μάρκετ: Όλα περιστρέφονταν γύρω της και ξέχασα ποια είμαι

«Γιατί δεν απαντάς στα μηνύματά μου;» Η φωνή της Μαρίας ακούστηκε πίσω μου, κοφτή, σχεδόν θυμωμένη, ενώ κρατούσα ένα πακέτο μακαρόνια στο χέρι. Γύρισα απότομα, το στομάχι μου σφίχτηκε. Δεν την είχα δει να πλησιάζει. Ήταν εκεί, μπροστά μου, με το ίδιο βλέμμα που είχε όταν ήμασταν φοιτήτριες στη Θεσσαλονίκη, αλλά κάτι είχε αλλάξει. Ίσως να ήταν η κούραση στα μάτια της, ίσως η πίκρα στη φωνή της.

«Δεν… δεν ήξερα τι να πω», ψέλλισα. Η αλήθεια είναι πως εδώ και μήνες, από τότε που άρχισε να μιλάει μόνο για τον εαυτό της, είχα αρχίσει να απομακρύνομαι. Κάθε μας συνάντηση ήταν ένας μονόλογος: τα προβλήματα με τον άντρα της, η δουλειά της, τα παιδιά της, η πεθερά της που την τρέλαινε. Εγώ; Εγώ ήμουν απλώς το αυτί που άκουγε. Κι όταν τόλμησα να μιλήσω για μένα, για το άγχος μου στη δουλειά, για τη μοναξιά μου μετά το διαζύγιο, εκείνη άλλαζε θέμα.

«Έλα, μην κάνεις έτσι τώρα», είπε και χαμογέλασε αμήχανα. «Ξέρεις πόσο δύσκολα περνάω. Ο Γιάννης δεν με καταλαβαίνει καθόλου, τα παιδιά όλο γκρινιάζουν, και η μάνα του… άσε, δεν αντέχεται!»

Ένιωσα το αίμα να ανεβαίνει στο κεφάλι μου. Ήθελα να ουρλιάξω: «Κι εγώ; Εγώ δεν υπάρχω;» Αντί γι’ αυτό, χαμογέλασα αδύναμα. «Καταλαβαίνω, Μαρία. Όλοι έχουμε τα θέματά μας.»

Με κοίταξε για πρώτη φορά στα μάτια. «Εσύ; Τι κάνεις;»

Ήταν η πρώτη φορά εδώ και μήνες που με ρώτησε. Πήρα μια βαθιά ανάσα. «Δύσκολα. Η δουλειά δεν πάει καλά, ο πατέρας μου μπήκε στο νοσοκομείο, και… νιώθω μόνη.»

Για μια στιγμή νόμιζα πως θα με αγκαλιάσει. Αντί γι’ αυτό, έριξε μια ματιά στο ρολόι της. «Αχ, συγγνώμη, πρέπει να φύγω. Τα παιδιά με περιμένουν. Θα τα πούμε σύντομα, έτσι;»

Έμεινα να την κοιτάζω καθώς απομακρυνόταν βιαστικά ανάμεσα στα ράφια. Ένιωσα ένα κενό να ανοίγει μέσα μου. Θυμήθηκα τις ατελείωτες ώρες που περνούσαμε μαζί, τότε που μιλούσαμε για τα όνειρά μας, για τους έρωτες και τις απογοητεύσεις μας. Τότε που ήμασταν ίσες. Πότε έγινα κομπάρσος στη δική της ιστορία;

Βγήκα από το σούπερ μάρκετ με τα ψώνια να βαραίνουν τα χέρια μου και την καρδιά μου ακόμα περισσότερο. Περπάτησα μέχρι το σπίτι μου στην Καλαμαριά, προσπαθώντας να βάλω σε τάξη τις σκέψεις μου. Η μητέρα μου με περίμενε στην κουζίνα, όπως πάντα.

«Τι έχεις;» με ρώτησε μόλις με είδε. «Σαν να σε πάτησε τρένο είσαι.»

«Συνάντησα τη Μαρία», απάντησα ξερά.

Η μητέρα μου αναστέναξε. «Αυτή η κοπέλα… Πάντα ήθελε να είναι το κέντρο του κόσμου. Θυμάσαι τότε που ήρθατε σπίτι και μιλούσε δύο ώρες χωρίς να πάρει ανάσα;»

Χαμογέλασα πικρά. «Ναι, θυμάμαι.»

«Πρέπει να μάθεις να βάζεις όρια», είπε αυστηρά. «Δεν είναι όλες οι φιλίες για πάντα.»

Τα λόγια της με πλήγωσαν, αλλά ήξερα πως είχε δίκιο. Ήμουν πάντα αυτή που άκουγε, που στήριζε, που έδινε χωρίς να ζητάει τίποτα πίσω. Ίσως γιατί φοβόμουν τη μοναξιά. Ίσως γιατί πίστευα πως αν δώσω αρκετά, κάποια στιγμή θα με δουν κι εμένα.

Το βράδυ, ξάπλωσα στο κρεβάτι και κοίταξα το ταβάνι. Θυμήθηκα όλες τις φορές που ήθελα να μιλήσω στη Μαρία για τον πόνο μου, για το πώς ένιωθα όταν ο άντρας μου έφυγε ξαφνικά για μια άλλη γυναίκα. Για το πώς πάλευα να σταθώ στα πόδια μου, να μεγαλώσω μόνη μου τον μικρό Νίκο, να πληρώνω τους λογαριασμούς με έναν μισθό που δεν έφτανε ποτέ. Αλλά ποτέ δεν βρήκα χώρο στη συζήτησή μας.

Και τώρα; Τώρα που η Μαρία είχε γεμίσει τη ζωή της με προβλήματα και παράπονα, εγώ ήμουν απλώς το φόντο. Ένα αυτί, μια σκιά.

Την επόμενη μέρα, χτύπησε το τηλέφωνο. Ήταν η Ελένη, μια άλλη φίλη από τα παλιά. «Θέλεις να βγούμε για καφέ;» με ρώτησε διστακτικά.

Για μια στιγμή δίστασα. Σκέφτηκα μήπως πάλι βρεθώ να ακούω τα προβλήματα κάποιου άλλου χωρίς να μπορώ να μιλήσω για τα δικά μου. Αλλά η φωνή της Ελένης είχε κάτι διαφορετικό. Μια ζεστασιά, μια ειλικρίνεια.

Συναντηθήκαμε στο μικρό καφέ δίπλα στη θάλασσα. Η Ελένη με κοίταξε στα μάτια και είπε: «Πες μου πώς είσαι. Θέλω να σε ακούσω.»

Και τότε κατάλαβα πόσο πολύ μου είχε λείψει αυτό. Να με ακούει κάποιος πραγματικά. Να νοιάζεται.

Της μίλησα για όλα. Για τη μοναξιά, για τον φόβο, για τη Μαρία. Η Ελένη με άκουγε χωρίς να διακόπτει, χωρίς να προσπαθεί να φέρει τη συζήτηση στον εαυτό της.

«Ξέρεις», είπε στο τέλος, «μερικές φορές πρέπει να αφήνουμε πίσω μας ανθρώπους που μας τραβάνε προς τα κάτω. Δεν είναι κακό να προστατεύεις τον εαυτό σου.»

Γύρισα σπίτι νιώθοντας ελαφρύτερη. Ίσως να μην ήταν όλες οι φιλίες ίδιες. Ίσως να υπήρχαν ακόμα άνθρωποι που μπορούσαν να δώσουν και να πάρουν αγάπη αληθινή.

Το βράδυ, καθώς έβαζα τον Νίκο για ύπνο, με ρώτησε: «Μαμά, γιατί είσαι λυπημένη;»

Τον κοίταξα και του χαμογέλασα. «Δεν είμαι λυπημένη, αγάπη μου. Απλώς σκέφτομαι.»

Σκέφτομαι πόσο εύκολα μπορείς να χαθείς στη ζωή κάποιου άλλου αν δεν προσέξεις. Πόσο δύσκολο είναι να βρεις τη φωνή σου όταν όλοι γύρω σου φωνάζουν πιο δυνατά.

Και τώρα αναρωτιέμαι: Εσείς έχετε νιώσει ποτέ έτσι; Έχετε βρεθεί ποτέ κομπάρσοι στη ζωή κάποιου άλλου; Πώς βρήκατε ξανά τη δική σας φωνή;