Με ρωτούν κάθε μέρα για την υγεία μου, αλλά νιώθω κενό: Με αγαπούν ή τους νοιάζει μόνο η κληρονομιά;

«Μάνα, πώς είσαι σήμερα; Έφαγες;»

Η φωνή του Νίκου ακούγεται από το τηλέφωνο, κοφτή, σχεδόν βιαστική. Κοιτάζω το ρολόι στον τοίχο. Είναι ακριβώς επτά, όπως κάθε απόγευμα. Ξέρω πως θα ακολουθήσουν τα ίδια λόγια, η ίδια ανησυχία που μοιάζει περισσότερο με υποχρέωση παρά με αγάπη.

«Καλά είμαι, παιδί μου. Εσύ;» προσπαθώ να ακουστώ ζωντανή, να μην καταλάβει τη θλίψη στη φωνή μου.

«Όλα καλά. Να προσέχεις, ε; Θα σε πάρω αύριο.»

Το τηλέφωνο κλείνει και το σπίτι βυθίζεται ξανά στη σιωπή. Η Μαρία θα πάρει σε λίγο, ίσως ο Αντώνης αργότερα. Κάθε μέρα το ίδιο. Κάποτε ανυπομονούσα για τα τηλεφωνήματά τους, τώρα τα φοβάμαι. Μήπως είναι απλώς μια υπενθύμιση πως μεγαλώνω μόνη;

Σηκώνομαι και πηγαίνω στο παράθυρο. Η Κυψέλη έχει αλλάξει τόσο πολύ. Θυμάμαι τα καλοκαίρια που μαζευόμασταν όλοι μαζί στο μπαλκόνι, γελούσαμε, τσακωνόμασταν, ζούσαμε. Τώρα, μόνο εγώ και οι αναμνήσεις μου.

Το κουδούνι χτυπάει απότομα. Πετάγομαι, η καρδιά μου χτυπάει δυνατά. Μήπως ήρθε κάποιος από τα παιδιά; Ανοίγω την πόρτα και βλέπω τη γειτόνισσα, τη κυρία Σοφία.

«Ελένη μου, όλα καλά; Θες να πιούμε έναν καφέ;»

Χαμογελάω αμυδρά. «Έλα, πέρασε.»

Καθόμαστε στην κουζίνα. Η κυρία Σοφία μιλάει για τα εγγόνια της, για το πώς τη φροντίζουν, πώς έρχονται κάθε Σαββατοκύριακο. Νιώθω ένα τσίμπημα ζήλιας, αλλά δεν το δείχνω.

«Τα δικά σου παιδιά;» με ρωτάει κάποια στιγμή.

«Με παίρνουν κάθε μέρα τηλέφωνο», απαντώ. Δεν λέω τίποτα άλλο. Δεν χρειάζεται.

Όταν φεύγει, μένω πάλι μόνη. Κοιτάζω τις φωτογραφίες στον τοίχο: ο Νίκος μικρός, η Μαρία με τα κοτσιδάκια της, ο Αντώνης στην αγκαλιά μου. Πού πήγε όλη αυτή η αγάπη;

Το βράδυ, καθώς ετοιμάζομαι να κοιμηθώ, χτυπάει το κινητό. Είναι μήνυμα από τη Μαρία: «Μάνα, μην ξεχάσεις να πάρεις τα φάρμακά σου. Θα σε δω το Σάββατο.»

Το Σάββατο είναι τα γενέθλιά μου. Περιμένω να έρθουν όλοι, όπως κάθε χρόνο. Αλλά μέσα μου ξέρω πως κάτι έχει αλλάξει. Πέρυσι ήρθαν για λίγο, έφαγαν τούρτα, μίλησαν κυρίως μεταξύ τους για δουλειές, για τα παιδιά τους, για το σπίτι στο χωριό. Εγώ απλώς παρακολουθούσα.

Το πρωί των γενεθλίων μου ξυπνάω νωρίς. Φτιάχνω κουλουράκια, στρώνω το τραπέζι, βάζω τα καλά μου. Η καρδιά μου χτυπάει δυνατά από προσμονή και φόβο μαζί.

Η πρώτη που έρχεται είναι η Μαρία με τον άντρα της και τα δύο παιδιά. Με φιλάει βιαστικά.

«Χρόνια πολλά, μαμά. Να είσαι γερή.»

Ο Νίκος έρχεται λίγο αργότερα, κρατώντας ένα κουτί γλυκά.

«Χρόνια πολλά, μάνα. Να προσέχεις.»

Ο Αντώνης αργεί. Όταν τελικά φτάνει, κάθεται στην άκρη του τραπεζιού, κοιτάζει το κινητό του.

Το φαγητό περνάει σε αμηχανία. Τα παιδιά μιλούν για τα οικονομικά, για το σπίτι στο χωριό που πρέπει να φτιαχτεί, για το διαμέρισμα που ίσως πρέπει να πουληθεί.

«Μαμά, έχεις σκεφτεί τι θα κάνεις με το σπίτι;» ρωτάει ο Νίκος ξαφνικά.

Η Μαρία τον κοιτάζει αυστηρά. «Άσε τη μάνα σήμερα, είναι τα γενέθλιά της.»

Ο Αντώνης σηκώνει το βλέμμα του. «Καλό είναι να ξέρουμε, μην τρέχουμε τελευταία στιγμή.»

Νιώθω το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου. Τόσα χρόνια τους μεγάλωνα μόνη, μετά τον θάνατο του πατέρα τους. Δούλευα σε δύο δουλειές για να μην τους λείψει τίποτα. Τώρα, νιώθω σαν να είμαι απλώς ένα όνομα σε ένα συμβόλαιο.

«Όταν έρθει η ώρα, θα το μάθετε», λέω ήρεμα, αλλά μέσα μου βράζω.

Η Μαρία προσπαθεί να αλλάξει θέμα, αλλά η ατμόσφαιρα έχει ήδη βαρύνει.

Όταν φεύγουν, μένω πάλι μόνη. Μαζεύω τα πιάτα, σκουπίζω το τραπέζι, κοιτάζω τα δώρα τους: μια ζακέτα, ένα κουτί γλυκά, μια κάρτα με ευχές. Τίποτα δεν μυρίζει αγάπη, μόνο υποχρέωση.

Το βράδυ, παίρνω τηλέφωνο την παλιά μου φίλη, τη Δέσποινα.

«Δεν αντέχω άλλο αυτή τη μοναξιά», της λέω με δάκρυα στη φωνή.

«Ελένη, τα παιδιά σήμερα είναι αλλιώς. Μην το παίρνεις προσωπικά», προσπαθεί να με παρηγορήσει.

«Μα εγώ τους έδωσα όλη μου τη ζωή. Τώρα νιώθω σαν να περιμένουν απλώς να φύγω για να μοιράσουν τα υπάρχοντά μου.»

Η Δέσποινα σωπαίνει για λίγο. «Μίλα τους. Πες τους πώς νιώθεις.»

Αλλά πώς να μιλήσω; Πώς να πω στα παιδιά μου ότι νιώθω ξένη στη ζωή τους;

Τις επόμενες μέρες, οι κλήσεις συνεχίζονται. Πάντα στην ώρα τους, πάντα οι ίδιες ερωτήσεις. Μια μέρα, αποφασίζω να μην απαντήσω. Το τηλέφωνο χτυπάει ξανά και ξανά. Τελικά, η Μαρία έρχεται στο σπίτι ανήσυχη.

«Μάνα, γιατί δεν απαντάς; Μας ανησύχησες!»

Τη βλέπω να τρέμει από αγωνία. Για μια στιγμή, νιώθω ενοχές.

«Ήθελα να δω αν θα έρθεις αν δεν απαντήσω», της λέω ήρεμα.

Η Μαρία κάθεται δίπλα μου. «Μαμά, σε αγαπάμε. Απλώς… η ζωή μας έχει γίνει τόσο δύσκολη. Τα παιδιά, οι δουλειές, τα οικονομικά… Δεν θέλουμε να σε στεναχωρούμε.»

«Δεν θέλω να με θυμάστε μόνο όταν έχετε ανάγκη ή όταν σκέφτεστε το σπίτι», της λέω με σπασμένη φωνή.

Η Μαρία με αγκαλιάζει. «Συγγνώμη, μαμά.»

Αλλά ξέρω πως τίποτα δεν θα αλλάξει πραγματικά. Η ζωή προχωράει, οι άνθρωποι αλλάζουν, οι σχέσεις φθείρονται.

Κάθε βράδυ κοιτάζω τις φωτογραφίες και αναρωτιέμαι: Πόσο αξίζει η αγάπη όταν γίνεται συνήθεια; Μήπως τελικά όλοι μας γινόμαστε ξένοι μέσα στην ίδια μας την οικογένεια;

Εσείς τι λέτε; Έχετε νιώσει ποτέ έτσι; Πόσο δύσκολο είναι να κρατήσεις ζωντανή την αγάπη όταν όλα γύρω αλλάζουν;