Σπασμένα Φτερά: Ο αγώνας της Κατερίνας για τη δική της ζωή

«Γιατί δεν καταλαβαίνεις ποτέ; Πόσες φορές πρέπει να σου το πω;» Η φωνή του Πέτρου αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν να μην έφυγε ποτέ από το σαλόνι μας. Στέκομαι μπροστά στον καθρέφτη, τα μάτια μου κόκκινα, τα μαλλιά μου αχτένιστα. Δεν ξέρω αν είναι πιο βαρύ το βάρος της κούρασης ή της απογοήτευσης.

«Κατερίνα, πάλι ξέχασες να πληρώσεις τη ΔΕΗ; Τι κάνεις όλη μέρα;» φώναξε χθες το βράδυ. Δεν του απάντησα. Τι να του πω; Ότι δούλευα οκτώ ώρες στο λογιστικό γραφείο, μετά έτρεχα να πάρω τα παιδιά από το σχολείο, να μαγειρέψω, να διαβάσω μαζί τους; Ότι δεν πρόλαβα ούτε να φάω; Ότι ένιωθα πως πνίγομαι;

Η μητέρα μου λέει πάντα: «Υπομονή, Κατερίνα μου. Έτσι είναι οι άντρες. Μην τα χαλάσεις όλα για μια κουβέντα.» Αλλά εγώ δεν αντέχω άλλο. Κάθε μέρα μοιάζει με μάχη. Ο Πέτρος γυρίζει κουρασμένος από τη δουλειά του στο συνεργείο, κάθεται στον καναπέ και περιμένει τα πάντα έτοιμα. Αν κάτι λείπει, αν κάτι δεν είναι όπως το θέλει, ξεσπάει πάνω μου. Τα παιδιά, ο Γιάννης και η Μαρία, κλείνονται στο δωμάτιό τους όταν αρχίζουν οι φωνές. Κι εγώ; Εγώ στέκομαι στη μέση του σαλονιού και νιώθω αόρατη.

Πριν δέκα χρόνια, όταν γνωριστήκαμε με τον Πέτρο στη Θεσσαλονίκη, όλα έμοιαζαν αλλιώς. Ήταν γοητευτικός, γελούσε δυνατά, με έκανε να νιώθω ξεχωριστή. Παντρευτήκαμε γρήγορα – «Έτσι κάνουν οι σωστές κοπέλες», έλεγε η γιαγιά μου – και ήρθαν τα παιδιά. Στην αρχή ήταν δύσκολα, αλλά ήμασταν μαζί. Τώρα μοιάζουμε ξένοι στο ίδιο σπίτι.

«Μαμά, γιατί φωνάζει ο μπαμπάς;» με ρώτησε η Μαρία ένα βράδυ. Την πήρα αγκαλιά και της είπα ψέματα: «Είναι κουρασμένος, αγάπη μου.» Αλλά μέσα μου ήξερα πως δεν ήταν μόνο η κούραση. Ήταν θυμός, απογοήτευση, ίσως και φόβος για όλα όσα δεν έγιναν όπως τα ονειρευτήκαμε.

Η αδερφή μου, η Ελένη, με παίρνει συχνά τηλέφωνο. «Κατερίνα, δεν είσαι καλά. Έλα να μείνεις μαζί μας λίγες μέρες.» Πάντα βρίσκω δικαιολογίες: «Δεν μπορώ να αφήσω τα παιδιά… Ο Πέτρος θα θυμώσει…» Μακάρι να είχα το θάρρος της.

Ένα βράδυ, μετά από έναν ακόμα καβγά για τα ψώνια που ξέχασα να κάνω, πήγα στο δωμάτιο των παιδιών. Ο Γιάννης καθόταν στο γραφείο του και ζωγράφιζε. «Τι κάνεις εκεί;» τον ρώτησα. «Ζωγραφίζω ένα σπίτι που όλοι χαμογελάνε», μου είπε χωρίς να με κοιτάξει. Ένιωσα την καρδιά μου να σπάει.

Την επόμενη μέρα στη δουλειά ήμουν σαν φάντασμα. Η κυρία Σοφία, η προϊσταμένη μου, με κοίταξε ανήσυχη: «Κατερίνα, όλα καλά;» Έγνεψα καταφατικά. Δεν ήθελα να μιλήσω σε κανέναν. Ντρεπόμουν που δεν μπορώ να διαχειριστώ τη ζωή μου.

Το βράδυ εκείνο ο Πέτρος γύρισε αργά και μύριζε τσίπουρο. «Πάλι έξω ήσουν;» τόλμησα να ρωτήσω. Με κοίταξε άγρια: «Μη μιλάς! Εσύ φταις για όλα! Αν ήσουν καλύτερη γυναίκα…» Δεν άκουσα τα υπόλοιπα. Έφυγα τρέχοντας στο μπάνιο και έκλεισα την πόρτα πίσω μου.

Κοίταξα τον εαυτό μου στον καθρέφτη. Πότε έγινα έτσι; Πότε έχασα το χαμόγελό μου; Θυμήθηκα τη μικρή Κατερίνα που ονειρευόταν ταξίδια, βιβλία, μουσική… Τώρα φοβάμαι ακόμα και να μιλήσω.

Την επόμενη μέρα πήρα μια απόφαση. Πήγα στην Ελένη χωρίς να πω τίποτα σε κανέναν. Μπήκα στο σπίτι της με τα παιδιά και ξέσπασα σε κλάματα. «Δεν αντέχω άλλο», της είπα. Με αγκάλιασε σφιχτά: «Εδώ είσαι ασφαλής.»

Ο Πέτρος τηλεφώνησε αμέσως: «Πού είσαι; Θα γυρίσεις τώρα!» Για πρώτη φορά στη ζωή μου του απάντησα ήρεμα: «Δεν θα γυρίσω αν δεν αλλάξεις.» Έκλεισα το τηλέφωνο και ένιωσα ελεύθερη – έστω και για λίγο.

Οι μέρες στην Ελένη ήταν δύσκολες αλλά ήρεμες. Τα παιδιά άρχισαν να γελάνε ξανά. Η μητέρα μου ήρθε μια μέρα θυμωμένη: «Τι θα πει ο κόσμος; Θα καταστρέψεις την οικογένειά σου!» Της απάντησα: «Προτιμώ να σώσω τα παιδιά μου παρά να ακούω τι λέει ο κόσμος.» Για πρώτη φορά στάθηκα απέναντί της.

Ο Πέτρος προσπάθησε να με πείσει να γυρίσω: «Θα αλλάξω… Σε παρακαλώ…» Αλλά ήξερα πως τα λόγια του ήταν κενά. Είχα δώσει πολλές ευκαιρίες.

Άρχισα να πηγαίνω σε ψυχολόγο. Στην αρχή ντρεπόμουν – στην Ελλάδα ακόμα θεωρείται ταμπού – αλλά κάθε συνεδρία ήταν σαν ανάσα καθαρού αέρα. Έμαθα να βάζω όρια, να λέω όχι.

Τα βράδια κοιτάζω τα παιδιά που κοιμούνται ήσυχα και σκέφτομαι: άξιζε όλος αυτός ο πόνος για μια νέα αρχή; Μερικές φορές φοβάμαι το αύριο – πώς θα τα βγάλω πέρα μόνη μου; Θα αντέξω οικονομικά; Θα μείνουμε μόνοι μας ποτέ;

Αλλά κάθε φορά που ο Γιάννης με αγκαλιάζει και η Μαρία γελάει δυνατά, ξέρω πως πήρα τη σωστή απόφαση.

Και τώρα σας ρωτάω: Πόσο αξίζει η ευτυχία μας; Πόσο θάρρος χρειάζεται για να διεκδικήσουμε τη ζωή που μας αξίζει;