«Ήθελα να την προστατέψω. Εκείνη με απώθησε»: Τώρα επιστρέφει – με πόνο στα μάτια

«Δεν χρειάζεται να με προστατεύεις, μαμά. Θα τα καταφέρω μόνη μου!» Η φωνή της Ελένης αντηχεί ακόμα στ’ αυτιά μου, σαν να ήταν χθες. Ήταν βράδυ, το σπίτι μύριζε φασολάδα και βροχή. Εγώ, με το παλιό μου ζακετάκι, στεκόμουν μπροστά της, κρατώντας το κασκόλ που της είχα πλέξει. Εκείνη, με μάτια γεμάτα φωτιά και χείλη σφιγμένα, έσπρωξε το χέρι μου μακριά.

«Ελένη, σε παρακαλώ, τουλάχιστον βάλε το κασκόλ. Έξω βρέχει και κάνει κρύο.»

«Δεν είμαι πια παιδί! Πόσες φορές πρέπει να στο πω;»

Ένιωσα το στομάχι μου να σφίγγεται. Από μικρή ήταν πεισματάρα. Θυμάμαι όταν ήταν πέντε χρονών και δεν ήθελε να φορέσει το παλτό της για το σχολείο. Έτρεχε στην αυλή, ξυπόλυτη, γελώντας με το κρύο. Τότε γελούσα κι εγώ. Τώρα, όμως, κάθε της αντίδραση ήταν σαν μαχαίρι.

Ο άντρας μου, ο Γιώργος, καθόταν στην άκρη του τραπεζιού, διαβάζοντας εφημερίδα. Δεν μιλούσε πολύ. Πάντα πίστευε πως τα παιδιά πρέπει να μαθαίνουν από τα λάθη τους. Εγώ, όμως, δεν άντεχα να βλέπω την Ελένη να πονάει. Ήθελα να την προστατέψω από τον κόσμο, από τους ανθρώπους, από τον ίδιο της τον εαυτό.

Τα χρόνια περνούσαν και η Ελένη μεγάλωνε. Έγινε δεκαοχτώ, μετά είκοσι. Πέρασε στο Πανεπιστήμιο στην Αθήνα. Ήταν περήφανη, αλλά και θυμωμένη μαζί μου. «Δεν θα έρθεις μαζί μου να με βοηθήσεις να βρω σπίτι. Θα τα καταφέρω μόνη μου.»

Την άφησα να φύγει. Έκλαψα όλο το βράδυ. Ο Γιώργος με αγκάλιασε σιωπηλά. «Άφησέ την. Πρέπει να βρει τον δρόμο της.»

Τα πρώτα χρόνια στην Αθήνα ήταν δύσκολα. Τηλεφωνούσα κάθε μέρα. Άλλοτε απαντούσε, άλλοτε όχι. Όταν ερχόταν στο χωριό, ήταν πάντα βιαστική. «Δεν έχω χρόνο, μαμά. Έχω δουλειές.»

Μια μέρα, ήρθε σπίτι με τον Πέτρο. Ψηλός, μελαχρινός, με μάτια που δεν σε κοιτούσαν ποτέ σταθερά. Δεν μου άρεσε. Το ένιωθα πως κάτι δεν πήγαινε καλά. «Ελένη, είσαι σίγουρη για αυτό το αγόρι;»

«Μαμά, σταμάτα! Δεν θα ζήσω τη ζωή σου!»

Τσακωθήκαμε άσχημα εκείνο το βράδυ. Ο Γιώργος προσπάθησε να ηρεμήσει τα πνεύματα, αλλά η Ελένη έφυγε κλαίγοντας. Δεν μιλήσαμε για μήνες. Έμαθα από μια φίλη της ότι ο Πέτρος την είχε παρατήσει. Ήθελα να τρέξω κοντά της, να την αγκαλιάσω, αλλά ήξερα πως δεν θα το δεχόταν.

Τα χρόνια πέρασαν. Ο Γιώργος αρρώστησε. Καρκίνος. Η Ελένη ήρθε στο νοσοκομείο, αλλά ήταν σαν ξένη. Καθόταν στην άκρη του κρεβατιού, κοιτώντας το πάτωμα. Όταν ο Γιώργος έφυγε, η Ελένη δεν έκλαψε μπροστά μου. Μόνο όταν έμεινε μόνη της στο δωμάτιό της, άκουσα το κλάμα της μέσα στη νύχτα.

Μετά τον θάνατο του Γιώργου, το σπίτι άδειασε. Η Ελένη γύρισε στην Αθήνα. Εγώ έμεινα μόνη στο χωριό, με τις φωτογραφίες και τις αναμνήσεις. Κάθε πρωί έφτιαχνα καφέ για δύο, από συνήθεια. Κάθε βράδυ άφηνα το φως ανοιχτό στο δωμάτιό της, μήπως και γυρίσει.

Πέρασαν τρία χρόνια. Τα Χριστούγεννα, το Πάσχα, τα γενέθλιά της – πάντα μόνη. Οι γείτονες ρωτούσαν: «Η Ελένη σου;» Κι εγώ απαντούσα: «Δουλεύει στην Αθήνα, είναι καλά.» Ψέματα. Δεν ήξερα αν ήταν καλά. Δεν ήξερα τίποτα.

Μια μέρα, χτύπησε η πόρτα. Ήταν απόγευμα, είχε βρέξει και ο αέρας μύριζε χώμα. Άνοιξα και την είδα. Η Ελένη. Τα μαλλιά της μπερδεμένα, τα μάτια της κόκκινα. Κρατούσε μια βαλίτσα και ένα παλιό σακάκι.

«Μαμά…»

Δεν μίλησα. Την αγκάλιασα σφιχτά. Ένιωσα το σώμα της να τρέμει. Κάθισε στο τραπέζι, εκεί που καθόταν πάντα ο πατέρας της.

«Θέλεις να φας κάτι;»

Έγνεψε αρνητικά. Κοίταξε τα χέρια της.

«Μαμά… Δεν ξέρω πού να πάω. Όλα πήγαν στραβά. Έχασα τη δουλειά μου, ο φίλος μου με άφησε, δεν έχω λεφτά ούτε για το ενοίκιο. Δεν ήθελα να σε ενοχλήσω…»

Έβαλα τα κλάματα. Τόσα χρόνια περίμενα αυτή τη στιγμή – να γυρίσει, να μου μιλήσει, να μου πει πως με χρειάζεται. Και τώρα που ήρθε, ένιωθα ανήμπορη.

«Ελένη μου, το σπίτι αυτό είναι δικό σου. Εγώ είμαι εδώ. Ό,τι κι αν έγινε, είσαι το παιδί μου.»

Έμεινε σιωπηλή για ώρα. Μετά σηκώθηκε και με αγκάλιασε. «Συγγνώμη, μαμά. Ήμουν άδικη μαζί σου. Ήθελα να αποδείξω πως μπορώ μόνη μου, αλλά…»

«Δεν χρειάζεται να αποδείξεις τίποτα σε κανέναν. Όλοι κάνουμε λάθη. Κι εγώ έκανα πολλά.»

Το βράδυ εκείνο μιλήσαμε για ώρες. Για τον πατέρα της, για τα παιδικά της χρόνια, για τα όνειρά της που χάθηκαν. Μου είπε για τη μοναξιά της στην Αθήνα, για τη δουλειά που δεν της άρεσε, για τους ανθρώπους που την πλήγωσαν.

«Μαμά, φοβόμουν να γυρίσω. Νόμιζα πως θα με μαλώσεις.»

«Ποτέ. Είσαι το παιδί μου. Ό,τι κι αν γίνει, πάντα θα σε αγαπάω.»

Τις επόμενες μέρες, η Ελένη άρχισε να βρίσκει ξανά τον εαυτό της. Βοηθούσε στο σπίτι, πήγαινε βόλτα στο χωριό, μιλούσε με τους παλιούς της φίλους. Σιγά σιγά, το χαμόγελό της γύρισε.

Ένα απόγευμα, καθίσαμε μαζί στην αυλή. Ο ήλιος έδυε πίσω από τα βουνά. Η Ελένη με κοίταξε στα μάτια.

«Μαμά… Πιστεύεις πως μπορώ να ξαναρχίσω;»

Της χαμογέλασα. «Όσο έχεις εμένα, πάντα θα μπορείς να ξαναρχίσεις.»

Τώρα, κάθε μέρα που περνάει, ευχαριστώ τον Θεό που η Ελένη γύρισε κοντά μου. Ξέρω πως η ζωή δεν είναι εύκολη. Ξέρω πως θα ξαναπληγωθεί. Αλλά αυτή τη φορά, δεν θα την αφήσω να νιώσει μόνη.

Άραγε, πόσες μάνες στην Ελλάδα νιώθουν αυτό το κενό όταν τα παιδιά τους φεύγουν; Πόσες περιμένουν μια αγκαλιά, ένα «συγγνώμη», ένα «γύρισα»; Εσείς τι θα κάνατε στη θέση μου;